Home » Ιερός Τόπος

Ο ΏΝ




Ο Θεός αυτοχαρακτηρίζεται μέσα στις Γραφές ως ο ΩΝ (στην κυριολεξία «Αυτός που Είναι Παρών, Εδώ, Τώρα», μια έννοια βαθύτερη από το απλό και αφηρημένο «ο Υπάρχων»).

     Ο  Θεός  είναι Παρών, Εδώ, Τώρα… Μπορούμε (όταν το «θελήσουμε») να βιώσουμε την Παρουσία Του, να Τον Προσεγγίσουμε, να ενωθούμε μαζί Του, άμεσα, χωρίς διαδικασίες…  Μπορούμε να ανυψωθούμε στο Αιώνιο, πέρα από όλους τους περιορισμούς του «εγώ», του χώρου και του χρόνου, να απλωθούμε στο Άπειρο, να περάσουμε στο Υπερβατικό, στο Βασίλειο του Θεού, στο Βασίλειο των Ουρανών… Εδώ, Τώρα…

     Αυτοί που έχουν Ενωθεί με τον Θεό, που έχουν Εισέλθει στην Βασιλεία των Ουρανών ανήκουν στην Ιερή Κοινότητα των Ανθρώπων του Θεού… Η Ιερή Κοινότητα δεν ταυτίζεται με τις κοσμικές Εκκλησίες…


Απαρχές της χριστιανικής σκέψης


      Αυτός ο βιωματικός τρόπος προσέγγισης τον οποίο ακολούθησε η Aνατολική Ορθόδοξη Χριστιανική Παράδοση είναι ο μόνος ορθός τρόπος να προσεγγίσουμε τον Θεό. Ο Θεός δεν αποδεικνύεται με διαφορετικό τρόπο. Η όποια Διδασκαλία μόνο μέσα από αυτή την προσέγγιση αποκτά περιεχόμενο. Η διδασκαλία έχει σκοπό να μας οδηγήσει στο Βίωμα της Θεότητας κι όχι να μας εξηγήσει θεωρητικά την πραγματικότητα.

      Οι άνθρωποι που διαμόρφωσαν την Χριστιανική Παράδοση είχαν ελληνική παιδεία αλλά ακολούθησαν έναν τελείως αντίθετο δρόμο από την ελληνική σκέψη για την ερμηνεία της πραγματικότητας. Αυτή η διαφοροποίηση και η διαφορά μπορεί να είναι ασαφής στον Κλήμη και τον Ωριγένη αλλά αποσαφηνίζεται στον Αθανάσιο και καθιερώνεται  στους τρεις Καππαδόκες, (τον Βασίλειο, τον Γρηγόριο και τον Γρηγόριο Νύσσης ). Ο Χρυσόστομος, ο Μάξιμος, ο Διονύσιος, ο Δαμασκηνός, ο Συμεών και ο Παλαμάς τράβηξαν διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον «πλατωνισμό» και την χριστιανική σκέψη.

     Η πλατωνική παράδοση, ο νεοπλατωνισμός, η ερμητική παράδοση (Ερμητικές Πραγματείες, Ποιμάνδρης, κ.λπ.) ταυτίζουν το ΕΙΝΑΙ με το ον, θεωρούν την πτώση από το ΕΙΝΑΙ σε άλλες καταστάσεις (υποβαθμισμένες δραστηριότητες του ΕΙΝΑΙ), ως κακό και κηρύσσουν την επάνοδο στην αρχέγονη ενότητα ΕΙΝΑΙ και όντος. Η χριστιανική παράδοση αντίθετα διαχωρίζει εξαρχής τον Άκτιστο Θεό, το Αληθινό Ον, το ΕΙΝΑΙ από το κτιστό ον. Ο Άκτιστος Θεός μέσω της Άκτιστης Ενέργειάς Του (Βούληση, Δύναμη, κ.λπ.) αναδύει εκ του μη όντος ολόκληρη την δημιουργία και τις υπάρξεις. Η θεία Ενέργεια ουσιώνει ολόκληρη την δημιουργία και τις υπάρξεις. Η δημιουργία διαιρείται σε «αιώνες». Ο όρος «αιώνες» είναι κατά τον Δαμασκηνό «πολύσημος». Μπορεί να σημαίνει σφαίρες δραστηριότητας, σφαίρες ύπαρξης, κόσμους, νοητούς χώρους εντός των οποίων υπάρχουν και λειτουργούν τα όντα, αλλά και «διάρκεια». Υπάρχει λοιπόν ο πνευματικός ή κοσμικός αιώνας, ο νοητικός αιώνας, ο ψυχικός αιώνας, ο υλικός αιώνας. Η κτίση είναι μία και όλα αυτά υπάρχουν στον ίδιο χώρο, απλώς έχουν διαφορετική υφή. Ο άνθρωπος πριν την «πτώση» αντιλαμβανόταν  όλα αυτά ταυτόχρονα. Μετά τα πράγματα άλλαξαν. Ο άνθρωπος έχασε τις ανώτερες δυνάμεις του και οι σφαίρες φαίνονται διαχωρισμένες. Η ύπαρξη (ο άνθρωπος) λοιπόν δημιουργήθηκε με «ικανότητες» να λειτουργεί σε όλες τις σφαίρες της δημιουργίας. Ανάλογα με το ποια «ικανότητα» υπερισχύει, το ον λειτουργεί στην αντίστοιχη σφαίρα ύπαρξης.

1) Έτσι στην αρχή της δημιουργίας ο άνθρωπος λειτουργούσε στην ανώτερη σφαίρα, με το πνεύμα, τον νου, τον λόγο, που είναι κατ’ εικόνα του θείου Λόγου, ενώ οι κατώτερες νοητικές λειτουργίες, η βούληση, το επιθυμητικό και το σώμα ήταν συντονισμένα σε «αυτή» την κατάσταση. Σε αυτή την κατά-σταση ο άνθρωπος είχε πλήρη εποπτεία των αόρατων κόσμων (θεωρούσε τον Θεό,  τα νοερά πνεύματα, τα δυναμούχα πνεύματα και τα υλικά αντικείμενα). Αυτός είναι ο παράδεισος των γραφών, το βασίλειο του Θεού, η «Άνω Ιερουσαλήμ».

2) Όταν ο άνθρωπος «έπεσε», λειτούργησε στην κατώτερη νοητική σφαίρα, ενώ οι ανώτερες ικανότητες «υποβαθμίστηκαν» και οι κατώτερες ψυχικές δυνάμεις και  το σώμα συντονίστηκαν με την νέα νοοτροπία. Σε αυτή την κατάσταση ο άνθρωπος δεν είχε πια εποπτεία του πνευματικού κόσμου αλλά μόνο μικρή μετοχή σε αυτόν, κι έτσι ο πνευματικός κόσμος έγινε αόρατος.

3) Η περαιτέρω απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό σημαίνει ότι «έπεσε» στον κατώτερο ψυχικό κόσμο.

4) Τελικά ο άνθρωπος «έπεσε» στον υλικό κόσμο. Λειτουργεί στην υλική σφαίρα, ενώ οι ανώτερες ικανότητες «ξεχνιούνται», οι νοητικές λειτουργίες υπηρετούν υλικούς, ταπεινούς, στόχους και ο άνθρωπος ζει μία περιορισμένη, αισθητηριακή ζωή. Σε αυτή την κατάσταση ο άνθρωπος δεν είχε πια εποπτεία των ανώτερων κόσμων, οι οποίοι έγιναν αόρατοι (οι αόρατοι κόσμοι ονομάζονται συχνά «ουρανοί»).
Για τον άνθρωπο μετά την «πτώση» οι ανώτεροι κόσμοι είναι αόρατοι και ονομάζονται μέσα στις γραφές «ουρανοί». Ο πνευματικός ουρανός, ο νοητικός ουρανός και ο κατώτερος ψυχικός ουρανός είναι οι τρεις ουρανοί στους οποίους αναφέρεται ο Παύλος (Β΄ Κορ. 12,2).

     Από την άποψη της «ανθρώπινης ιστορίας», του «συμβάντος», στην οποία ο «αιών» αποκτά την έννοια της διάρκειας, η λειτουργία του ανθρώπου στην ανώτερη σφαίρα πριν «πέσει» είναι «ο παρελθών αιών». Η λειτουργία του ανθρώπου στην νοητική και υλική σφαίρα σήμερα είναι «ο παρών αιών». Η «επάνοδος» του ανθρώπου με νέους όρους στην ανώτερη σφαίρα είναι «ο μέλλων αιών».

      Μία δεύτερη σημαντική διαφορά ανάμεσα στην ελληνική σκέψη και την χριστιανική παράδοση είναι ότι, ενώ στην ελληνική σκέψη υπάρχει κάθοδος του όντος από το ΕΙΝΑΙ στις κατώτερες σφαίρες (άρα προ-ύπαρξη της ψυχής και ένωση με το σώμα, στον υλικό κόσμο), στην χριστιανική παράδοση ο άνθρωπος δημιουργείται εκ του μη όντος ως πνευματικο-υλκή ύπαρξη (αδιαχώριστη). Δεν υπάρχει προ-ύπαρξη της ψυχής και καμία κάθοδος στις σφαίρες της ύπαρξης. Η κτιστή δημιουργία είναι μία, δεν είναι διαχωρισμένες σφαίρες ύπαρξης. Απλώς έχει διάφορες σφαίρες δραστηριότητες. Διακρίνεται ο πνευματικός κόσμος, (το βασίλειο του Θεού, η βασιλεία των ουρανών, ο κοσμικός χώρος των εξαγιασθέντων), ο νοερός κόσμος (των πνευμάτων, των αγγέλων, κ.λπ.) ο κατώτερος ψυχικός κόσμος,  και ο αισθητός κόσμος.  Ο άνθρωπος είναι ένα δημιούργημα που έχει ένα πνεύμα, ένα λογικό πυρήνα, νου (και δρα στην πνευματική σφαίρα), μία ψυχή (ή πιο σωστά μία ψυχονοητική λειτουργία -ανώτερη ψυχή ή  λογιστικό- με την οποία έρχεται σε επαφή με τον κόσμο των μορφών) και μαζί μία κατώτερη ψυχή ή θυμικό και επιθυμητικό,  και υλικό σώμα. Ο άνθρωπος λειτουργεί σε όλες τις σφαίρες δραστηριότητας. Ανάλογα όμως με το ποια λειτουργία υπερισχύει βιώνει την ύπαρξη μέσα από την αντίστοιχη σφαίρα ύπαρξης. Ενώ λοιπόν στην ελληνική σκέψη υπάρχει μία πραγματική κάθοδος του όντος στις σφαίρες ύπαρξης, στην χριστιανική σκέψη η «πτώση» είναι μόνο «λειτουργική». Απλώς η «πτώση» σημαίνει ότι ο άνθρωπος χάνει την δύναμη της εποπτείας στις ανώτερες σφαίρες, οι οποίες αποκρύπτονται έτσι και γίνονται αόρατοι. (Στον μέλλοντα όμως αιώνα που θα αποκατασταθεί η κτίση, οι άνθρωποι του Θεού θα έχουν πάλι εποπτεία των αοράτων κόσμων, ενώ όλη η κατώτερη δημιουργία θα προσαρμοστεί στην νέα κατάσταση: βασιλεία του Θεού, βασιλεία των ουρανών, βασιλεία του Χριστού).

      Μία τρίτη σημαντική διαφορά είναι ότι στην ελληνική σκέψη το ον έχει «είναι», ουσία, στην χριστιανική σκέψη όμως δεν είναι έτσι. Στην χριστιανική σκέψη η ύπαρξη, οι υπάρξεις, δεν έχουν δική τους ουσία αλλά υπάρχουν και συγκρατούνται στην ύπαρξη από την θεία Ενέργεια, εξ αιτίας της μετοχής τους στην θεία Ενέργεια. Η ύπαρξη δεν έχει «είναι» αλλά μόνο ύπαρξη. Η ύπαρξη είναι ένας συνειδησιακός δυναμισμός (ένας λογικός πυρήνας, πνεύμα, νους), μία δραστηριότητα, ένα φαινόμενο με σωματική υπόσταση και εξαρτάται απόλυτα από την θεία Ενέργεια. Ο άνθρωπος μπορεί να στραφεί προς την Πηγή της ύπαρξης, να ενωθεί μαζί Της, να μετέχει της θείας Ενέργειας, να θεωθεί και να έχει έτσι ουσία, είναι: την θεία Ενέργεια, κατά χάριν (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παύει να είναι κτιστή ύπαρξη). Ή μπορεί να απομακρυνθεί από το ΕΙΝΑΙ, να αλλοτριωθεί, μένοντας χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο (ένα κέλυφος ύπαρξης, μία σκιά, μία δραστηριότητα χωρίς προσανατολισμό).

      Μία τέταρτη τέλος διαφορά είναι ότι ενώ στην ελληνική σκέψη η ολοκλήρωση του όντος σημαίνει ταύτιση με το ΕΙΝΑΙ, στον χριστιανισμό η ολοκλήρωση σημαίνει ένωση με τον Θεό που πραγματοποιείται χωρίς να ξεπερνιέται η ετερότητα μεταξύ του Άκτιστου Θεού και της κτιστής ύπαρξης. Μιλάμε όχι για μετοχή στην θεία Ουσία αλλά για μετοχή στην Θεία Ενέργεια, για θέωση κατά χάριν.
      Θα πρέπει να σημειώσουμε πάντως ότι η ελληνική σκέψη (βλέπε τα κεφάλαια Πλατωνισμός, Νεοπλατωνισμός, Ερμητισμός) παρουσιάζει μία καλά συγκροτημένη θεώρηση της πραγματικότητας. Οι χριστιανοί πατέρες, θεολόγοι, αν και προέρχονται από την ελληνική παιδεία, προσπαθούν να διαχωριστούν από την ελληνική θεώρηση. Σε αυτή την προσπάθεια καταφεύγουν συχνά σε «εξτρεμιστικές» (για την «λογική») απόψεις. Τελικά η όλη θεώρησή τους παρουσιάζει «αδυναμίες» και υπάρχουν επιμέρους απόψεις που δεν «στηρίζονται» επαρκώς. (Αυτό όμως δεν αφορά τον ιστορικό που οφείλει απλώς να καταγράψει τις «απόψεις» των διαφόρων θρησκειών)


 Η Μυστική Θεολογία


      Η ΑΡΧΗ από την Οποία πηγάζουν τα πάντα, είναι Ακατάληπτη στην Ουσία Της, Απροσδιόριστη, Άπειρη, πέραν του χώρου και του χρόνου… Είναι ο ΛΟΓΟΣ που Είναι πάντα «προς τον Θεόν» και που «εγένετο σαρξ»… Είναι το ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ που «μένει» μέσα στους ανθρώπους του Θεού «εις τον αιώνα»…

     Στο κείμενο της Γένεσης η δημιουργία του ανθρώπου γίνεται κατ’ εικόνα Θεού: «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν, ως ημετέραν ομοίωσιν».  Στην εβραϊκή γλώσσα οι όροι εικόνα και ομοίωσις είναι ταυτόσημοι. Θα έπρεπε λοιπόν στην μετάφραση των Ο΄ να προτιμηθεί ο στατικός όρος «ομοίωμα» κι όχι όρος «ομοίωσις που υποδηλώνει κίνηση. Πάντως όπως κι αν έχει, το «κατ’ εικόνα Θεού» υποδηλώνει την «σχέση» του Θεού και του ανθρώπου, την «διαφορά» των Ουσιών τους και την «δυνατότητα» του ανθρώπου να προσεγγίσει τον Θεό… Η «σχέση» Θεού και ανθρώπου είναι σχέση Δημιουργού και δημιουργήματος εκ του μη όντος. Η «διαφορά» υποδηλώνεται από το γεγονός ότι ενώ ο Θεός ΕΙΝΑΙ, ο άνθρωπος είναι «εικόνα» του ΕΙΝΑΙ, δεν έχει «είναι», είναι απλώς μία ύπαρξη που συγκρατείται από την θεία Ενέργεια. Τέλος η «δυνατότητα» του ανθρώπου να προσεγγίσει τον Θεό, αποκαλύπτεται από το γεγονός ότι είναι εικόνα του Θεού, ένας συνειδησιακός δυναμισμός που εξαρτάται από μία Πηγή και, ή θα πρέπει να στραφεί προς τον Θεό, την Πηγή της ύπαρξης ή να απομακρυνθεί με τίμημα να μείνει χωρίς «περιεχόμενο». Υποδηλώνεται λοιπόν εδώ μία «Δυναμική» του ανθρώπου προς την Ολοκλήρωσή του, την «Τελείωσή» του, την «Θέωσή» του…

Η Σύνθεση της ανθρώπινης ύπαρξης:

Θεός, άκτιστη θεία Ενέργεια, που ουσιώνει την ύπαρξη

1) Πνεύμα, ή νους, εσωτερική λειτουργία με τρεις 
δραστηριότητες.
2) Νοητική δραστηριότητα σε σχέση με τον εξωτερικό 
κόσμο, με τρία είδη λογισμού
3) Κατώτερη ψυχική λειτουργία, βούληση, επιθυμητικό.
4) Υλικό σώμα

Υπάρχουν διάφορες απόψεις για την σύνθεση της ύπαρξης, χρησιμοποιούνται διάφοροι όροι όπως πνεύμα, ψυχή, νους, σώμα και συχνά  η ασάφεια στον ορισμό των διαφόρων όρων προκαλεί σύγχυση.

     Κάποιοι μιλούν για πνεύμα, ψυχή, σώμα και τα ορίζουν ως εξής
1) Το Πνεύμα διακρινόμενο από την ψυχή σημαίνει τις ανώτερες πνευματικές δυνάμεις του ανθρώπου στις οποίες το Πνεύμα του Θεού ασκεί τις Ενέργειές Του και με τις οποίες ο άνθρωπος έρχεται σε σχέση με τον Θεό.
2) Ψυχή σημαίνει τις νοητικές δυνάμεις του ανθρώπου μαζί με την βούληση και το επιθυμητικό.
3) Σώμα, το υλικό σώμα

     Οι νηπτικοί πατέρες χρησιμοποιούν τους όρους Ψυχή και Σώμα.   Στην Ψυχή διακρίνουν: Πρώτον, τον καθαρό Νου ο οποίος είναι ικανός να θεωρήσει τον Θεό. Δεύτερον, την δραστηριότητα του νου σε σχέση με τον εξωτερικό κόσμο, με τρεις ποικιλίες λογισμού (αγγελικός λογισμός, απλούς λογισμός, σύνθετος ή εμπαθής λογισμός). Και τρίτον, την κατώτερη ψυχή (βούληση, επιθυμητικό).

     Ο άνθρωπος στο παρελθόν απέτυχε σε μία πρώτη προσέγγιση του Θεού και αυτή είναι η αιτία της Ενσάρκωσης του Λόγου…

      Ο Ων, η άπειρη Αρχή, δια του Λόγου, εν Πνεύματι, αποκαλύφθηκε στον άνθρωπο… Είναι η Οδός, η Αλήθεια, η Ζωή… Η Γνώσις του Μόνου Αληθινού Θεού δια του Λόγου, εν Πνεύματι, είναι η αιώνια Ζωή… Ο  αόρατος Θεός, δια του Λόγου, εν Πνεύματι, εγκαθιδρύει έτσι μια Νέα Σχέση με την ανθρώπινη ύπαρξη…

     Ο Ων και η ύπαρξη (η Ψυχή) είναι σε ζωοποιό (για την ύπαρξη) Επικοινωνία… Μέσα από αυτή την Επικοινωνία η ύπαρξη μπορεί να εξαγιασθεί, να τελειωθεί, να θεωθεί (όχι κατ’ ουσίαν αλλά κατά Xάριν)…

      Η Θέωση είναι η Ένωση με τον άπειρο Θεό δια του Λόγου, εν Πνεύματι. Αυτή η Κατάσταση είναι η Βασιλεία του Θεού (κατάσταση Αγάπης όπου το Άκτιστο και το κτιστό «συναντώνται» πέρα από τον χώρο και τον χρόνο). Αυτή η Κατάσταση είναι Υπερβατική, έξω από τον χώρο και τον χρόνο, «συμβαίνει» αλλά δεν τοποθετείται μέσα στον χρόνο. Η ύπαρξη -πάντοτε Εντός της θείας Χάρης- μπορεί να «μπει» σ’ αυτή την Κατάσταση άμεσα, εσωτερικά, όχι όμως μέσω της νόησης ή άλλης δραστηριότητας…

     Ο Θεός και οι άνθρωποι που έχουν ενωθεί Μαζί Του συνιστούν την Ιερή Κοινότητα…


 Η Ένωση με τον Θεό 

     Η Ένωση με τον Θεό είναι δυνατή μέσα από την Σχέση που εγκαθιδρύει ο Θεός δια του Λόγου, εν Πνεύματι, μέσα στην Ιερή Κοινότητα και μέσα από τον Εξαγιασμό της ύπαρξης…

     Η Ένωση με τον Θεό είναι για την ύπαρξη η  Έσχατη Πραγματικότητα. Ο Θεός, η Παρουσία του Θεού, η Ζωοποιός Δραστηριότητά Του, είναι Υπερβατική Κατάσταση. Δεν ανήκει στο χώρο και στον χρόνο. Δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή ούτε από την νόηση, ούτε από την αισθητηριακή δραστηριότητα…

     Η Ένωση με τον Θεό έρχεται αιφνίδια, διαμιάς, χωρίς διαδικασία. Δεν υπάρχει δρόμος να οδηγεί Εδώ, τρόπος ή προσπάθεια: τίποτα! Η Ένωση με τον Θεό Έρχεται «Εντός του νου» ως Εμπειρία του Απείρου, πέρα από όλα τα όρια, ως Εμπειρία της Ελευθερίας, πέρα από όλους τους περιορισμούς, ως Εμπειρία της Μακαριότητας, πέρα από την ζωή… Δεν υπάρχει ως εξωτερικό φαινόμενο…

     Η Ένωση με τον Θεό έρχεται όταν ο νους «ανοίγεται» προς τον Θεό, ενώ απελευθερώνεται από τους λογισμούς. Όχι μόνο τους εμπαθείς λογισμούς αλλά και τους αγγελικούς λογισμούς και την ίδια την λειτουργία του λογισμού. Επιτυγχάνεται έτσι ο «καθαρός νους» που μπορεί να ενωθεί με τον Θεό…

     Η Καθαρά Προσευχή δεν είναι διαδικασία. Η Καθαρά Προσευχή επιτυγχάνεται όταν σταματήσει κάθε διαδικασία μέσα στο νου. Σ’ αυτή την κατάσταση της Καθαράς Προσευχής ο νους είναι άμορφος και μετέχει του Απείρου, της Αιωνιότητας, της Μακαριότητας, του Θείου…

     Η Κατάσταση της Ένωσης με τον Θεό, η Ένωση του Απείρου με το πεπερασμένο είναι εκτός χώρου και χρόνου, δεν συμβαίνει σε ορισμένο τόπο ή εντός του «περιορισμένου νου»…

     Σ’ αυτή την Ένωση η κτιστή ύπαρξη μετέχει με την Χάρη του Θεού, στα Μυστήρια της Ύπαρξής Του, βυθίζεται στο Άπειρο, στο Αιώνιο, στο Μακάριο, στην Βασιλεία του Θείου, Θεώνεται (όχι κατ’ ουσίαν αλλά κατά χάριν)…



Η Καθαρά Προσευχή

      Η ύπαρξη μπορεί να προσεγγίσει τον Θεό «εσωτερικά» και όχι με την νόηση ή άλλη δραστηριότητα. Ο νους πρέπει να απορρίψει κάθε αντιληπτική διαδικασία, να αδειάσει από κάθε αντίληψη, να γίνει άμορφος. Τότε μόνο γίνεται αντιληπτό το «άπειρο βάθος του Είναι» στο οποίο η κτιστή ύπαρξη  αναφέρεται, από το οποίο δημιουργήθηκε, του οποίου είναι Εικόνα  και με το οποίο μπορεί να ενωθεί, να θεωθεί μέσα στην Χάρη Του (όχι κατ’ ουσίαν αλλά κατά Χάριν), να συμμετάσχει στην θεία Ζωή, στα Μυστήρια του Θεού, στην Αιωνιότητα, στην Βασιλεία των Ουρανών…

     Με αυτή την έννοια η Ένωση με τον Θεό, η Αντίληψη του Θεού (του «Απείρου Βάθους του Είναι»), η Γνώση του Θεού, η Όραση του Θεού, η Συμμετοχή στον Θεό, είναι βιωματική εμπειρία που δεν «επιτυγχάνεται» με νοητικές ενέργειες, ούτε προσδιορίζεται με λογικούς προσδιορισμούς…

    Η Ένωση με τον Θεό είναι Κατάσταση Υπερβατική, πέρα από τον χώρο και τον χρόνο. Δεν είναι μια διαδικασία. Αντίθετα, είναι  εξάντληση κάθε διαδικασίας (που ρίχνει τον νου στον εξωτερικό κόσμο). Όσο ο νους βρίσκεται σε κάποια διαδικασία δεν είναι Πέραν, δεν έχει Ενωθεί με τον Θεό…

     Εννοείται ότι όσο ο νους βρίσκεται εντός της διαδικασίας, όσο λειτουργεί στο επίπεδο των λογισμών, όσο είναι προσκολλημένος στον εξωτερικό κόσμο υπάρχει η ανάγκη να  ξεπερασθεί αυτή η κατάσταση. Με αυτή την έννοια εννοείται η Πνευματική Άσκηση και έτσι παίρνει περιεχόμενο η Καθαρά Προσευχή ως Άσκηση, ως Διαδικασία, ως ξεπέρασμα των λειτουργιών των αισθήσεων, των λογισμών, κ.λπ., μέχρι να  φτάσουμε στον καθαρό νου, που είναι σε θέση να αντιληφθεί τον Θεό. Με αυτή την έννοια υπάρχουν Βαθμίδες στον Δρόμο προς την Τελείωση και η Θέωση  είναι αποτέλεσμα και κατάληξη της Πνευματικής Άσκησης, της Καθαράς Προσευχής…

      (Γίνεται έτσι φανερό ότι η Καθαρά Προσευχή νοείται διαφορετικά, ανάλογα με το επίπεδο στο οποίο λειτουργούμε)…

     Διακρίνουμε έτσι διάφορες βαθμίδες Τελείωσης:
1) Θέωση
2) Καθαρός νους, εσωτερική πνευματική κατάσταση (τρεις βαθμίδες).
Α) Ανείδεος (ή μονοειδής) νους, χωρίς εσωτερική, μορφοποιητική, ενέργεια, που αντανακλά το θείο Άπειρο.
Β) Ασχημάτιστος, ήρεμος, χωρίς δραστηριότητες νους, μία παγκόσμια συνείδηση.
Γ) Άμορφος σε σχέση με τον εξωτερικό κόσμο των μορφών, νους. Μία ευρύτερη του  Ατομικού εγώ συνείδηση, που απλώνεται σε όλο τον «χώρο».
3)Εξάντληση της λειτουργίας του λογισμού (τρεις βαθμίδες)
Α) Εξάλειψη των αγγελικών λογισμών (νόηση)
Β) Εξάλειψη των υψηλών λογισμών (διανόηση)
Γ)  Εξάλειψη των σύνθετων, εμπαθών, λογισμών (αντίληψη)
      4)  Έλεγχος των αισθήσεων
      5)  Απάρνηση του εξωτερικού κόσμου.
      Η Καθαρά Προσευχή είτε στην βαθύτερη Έννοιά της, είτε ως Διαδικασία, δεν έχει στόχο απλώς να μας φέρει σε Επαφή με το Άπειρο αλλά αποσκοπεί στο να δημιουργήσει μια Μόνιμη Πνευματική Κατάσταση κατά την οποία θα βρισκόμαστε σε Αδιάλειπτη Ένωση με τον Θεό (χωρίς να αποκοπούμε από τον εξωτερικό κόσμο, τον οποίο βλέπουμε τώρα με άλλα μάτια)…



 Το Βασίλειο του Θεού

      Σύμφωνα με την Χριστιανική Κοσμοθεωρία ο Θεός  είναι Παρών. Ζούμε μέσα στην Παρουσία Του. Μέσα από την Ζωντανή Επικοινωνία  μαζί Του, μπορούμε να εξαγιασθούμε και να ομοιωθούμε με τον Θεό. Η κατάσταση της Ένωσης με τον Θεό είναι η Ουσία της Αιωνιότητας, η Περιοχή της Απόλυτης Κυριαρχίας του Θεού, το Βασίλειο του Θεού, το Βασίλειο των Ουρανών. Η Προσέγγιση του Θεού και η Ένωση με τον Θεό,  η Είσοδος στην Περιοχή της Απόλυτης Κυριαρχίας του Θεού, στο Βασίλειο των Ουρανών, είναι Κατάσταση υπερβατική, άμεση άχρονη. Η Είσοδος σε αυτή την Κατάσταση έρχεται μετά από εσωτερική διαδικασία προσέγγισης του Θεού, και εφόσον ο νους αφήνεται στον Θεό τελειωτικά για να γλιστρήσει στο Άπειρο. Έρχεται ως άμεσο, ξαφνικό πέρασμα σε μια άλλη πνευματική περιοχή όταν ο νους εγκαταλείπει την νοητική του λειτουργία και γλιστρά στο Άπειρο. Είναι μια Κατάσταση που είναι πέρα από τον χρόνο, γι’ αυτό και συμβαίνει χωρίς καμιά προϋπόθεση, μπορεί να συμβεί οποτεδήποτε, μπορεί να συμβεί τώρα, εδώ, είναι παντελώς έξω από την ιστορία…
  
       Η Προσέγγιση και η Ένωση με τον Θεό, η Είσοδος στην Πνευματική Περιοχή του Θείου είναι μια Υπερβατική Κατάσταση αλλά και ένας Τόπος Ζωής, της Αληθινής Ζωής πέρα από τον χώρο και τον χρόνο, πέρα από την ιστορία.

     Ο Θεός, οι Ενωμένοι με τον Θεό Άνθρωποι, οι Συμμετέχοντες στην θεία Ζωή, είναι η Ιερή Κοινότητα… Η Βασιλεία των Ουρανών είναι Τόπος Ιερός και Απαραβίαστος, δεν μπορεί να εισέλθει κανένας αν δεν είναι άξιος… Η Είσοδος στην Βασιλεία των Ουρανών δεν είναι αποτέλεσμα εξωτερικής δραστηριότητας ή εξωτερικών τελετουργικών πράξεων. Κατά συνέπεια στην Ιερή Κοινότητα εισέρχονται μόνο όσοι Ενώνονται Πραγματικά με τον Θεό και όχι οι «κατ’ όνομα χριστιανοί». Είναι φανερό λοιπόν ότι η Ιερή Κοινότητα δεν ταυτίζεται με τις κοσμικές Εκκλησίες…

     Η Ένωση με τον Θεό, η Είσοδος στον Ιερό Τόπο, στα Άγια των Αγίων, το Πέρασμα στην Αιωνιότητα, είναι η Ουσία της χριστιανικής ζωής…

       (Η Βίωση της Βασιλείας των Ουρανών, η δυνατότητα να την πραγματοποιήσει κάποιος εδώ, τώρα, άμεσα, η ύπαρξη μίας Άλλης Κατάστασης πέρα από την ζωή στον ιστορικό χρόνο που ζούμε, υπερβαίνει την ιστορία, την καταργεί. Από εδώ πηγάζει η αντίληψη ότι ζούμε τους έσχατους χρόνους. Οι άνθρωποι μπορούν να διαλέξουν αν θα εισέλθουν στην Βασιλεία των Ουρανών ή αν θα πορευθούν στην απώλεια… Η Βασιλεία των Ουρανών δεν είναι απλώς μία κατάσταση που υπερβαίνει την ιστορία, αλλά καθώς υπάρχει η δυνατότητα να κυριαρχήσει ως κατάσταση μπορεί να καταργήσει ολοκληρωτικά την ιστορία. Αυτή είναι η έννοια της συντέλειας του κόσμου…)




ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ_1



           Η ΟΛΟΣΥΝΕΙΔΗΣΗ (η ολική, ολόκληρη, ακέραιη, πλήρης Συνείδηση) είναι η μία και μοναδική Συνείδηση εντός της οποίας και δια της οποίας είναι δυνατή κάθε «υποκειμενική» και «αντικειμενική» κατάσταση. Κάθε συνείδηση είναι αυτή η συνείδηση. Η συνείδηση είναι μία. Δεν υπάρχει «χωριστικότητα», «εξέλιξη», «πτώση», «λύτρωση»: Τίποτα! Όλη αυτή η «κίνηση» είναι απατηλή. Είναι μία «κίνηση» της «αντίληψης», μία «διαφοροποίηση» και μία «ολοκλήρωση» της «αντίληψης» και όχι πραγματική, αντικειμενική κατάσταση. ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΞ ΑΡΧΗΣ ΜΙΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ. Δεν υπάρχει τίποτα για να πραγματοποιήσουμε.


Στα πλαίσια αυτής της αντίληψης, «Θρησκεία» και «Θρησκευτική Πράξη» (ουσία του θρησκευτικού φαινομένου) είναι η «κατανόηση» της Αλήθειας, της αντικειμενικής Πραγματικότητας που περιγράψαμε πιο πάνω.

      Οποιαδήποτε άλλη αντίληψη για την «Συνείδηση» και την σχέση Της με το «εξωτερικό φαινόμενο» είναι μία «κατασκευή» που «ερμηνεύει» προσωρινά το φαινόμενο της ύπαρξης και έχει σκοπό να μας οδηγήσει στην «πλήρη κατανόηση» της Αλήθειας. Σ’ αυτή την κατηγορία αντίληψης ανήκουν οι Μεταφυσικές Θεωρήσεις του Ανθρώπου.

     Οι Θρησκείες είναι οι ιστορικά εκφρασμένες Μεταφυσικές Θεωρήσεις του Ανθρώπου που επηρέασαν μεγάλα πλήθη για μεγάλα χρονικά διαστήματα μέχρι σήμερα.

 

      Αυτές είναι οι Αρχές μιας Γενικής Θεωρίας της Θρησκείας.

 

ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ

 

Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ. Εντός Αυτής της ΜΙΑΣ  ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ  είναι δυνατή και πραγματοποιήσιμη κάθε «υποκειμενική διαφοροποίηση» και «αντικειμενική κατάσταση».

 

Η ΜΙΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ με την «υποκειμενική διαφοροποίηση» «εμφανίζεται» ως πολλές Συνειδήσεις (πολλαπλότητα). Στην πραγματικότητα  Η ΜΙΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ είναι το Σταθερό Υπόβαθρο όλων αυτών των Συνειδήσεων. Η «υποκειμενική διαφοροποίηση», η χωριστικότητα, η ατομικότητα, είναι μια ενέργεια που διατηρεί την διαφοροποίηση από την ΜΙΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ και τροφοδοτείται από την εμπειρία αυτή. Αποτελεί μια δευτερογενή δραστηριότητα, έναν αυτοπεριορισμό, μια παγίδα, μια αυταπάτη. Η απόρριψη της χωριστικότητας οδηγεί πίσω στην πραγματική μας Ουσία, στην απόλυτη Ενότητα. Από την άλλη, η «αντικειμενικοποίηση» των καταστάσεων που συλλαμβάνει η Συνείδηση, οδηγεί στην δημιουργία των αντικειμενικών πεδίων, των «εξωτερικών» κόσμων.

      Η σχέση Συνείδησης-αντικειμενικού καθορίζει την ποιότητα, τις ιδιότητες του αντικειμενικού. Όσο η Συνείδηση αντιλαμβάνεται ότι όλα αυτά είναι δημιουργήματά της, διατηρεί μια ελευθερία απέναντι στους εξωτερικούς κόσμους. Όταν η Συνείδηση απορροφάται στην εμπειρία αυτή,  τότε όλα αυτά θεωρούνται ως πραγματικά, ανεξάρτητα της Συνείδησης, και η αντίληψη της διαφοροποίησης μετασχηματίζεται σε αντίληψη ότι είμαστε μέσα σε αυτούς τους κόσμους. Έτσι η υποκειμενική διαφοροποίηση και η αντικειμενικοποίηση των καταστάσεων είναι αλληλεξαρτώμενες και αντίστροφες ενέργειες. Υπάρχει λοιπόν μια διαβάθμιση αντιλήψεων (η Συνείδηση θεωρείται ως η μόνη Πραγματικότητα, ως Δημιουργός του αντικειμενικού κόσμου, η Συνείδηση και ο αντικειμενικός κόσμος θεωρούνται ως παράλληλες αλλά σχετιζόμενες πραγματικότητες, κ.λπ.). Με αυτόν τον τρόπο η ΜΙΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ εμφανίζεται ως πολλές Συνειδήσεις με ένα νοητικό πυρήνα η κάθε μία, σε ένα νοητικό χώρο που αποτελεί το Ανώτερο, Πρώτο, Αιτιατό Πεδίο Ύπαρξης. Το νοητικό στοιχείο «εκδηλώνεται» σε ενέργεια και δημιουργείται έτσι ένα «αντίστοιχο» ενεργειακό πεδίο. Η ενέργεια «συμπυκνώνεται» και δημιουργείται ένα «αντίστοιχο» ενεργειακουλικό πεδίο…

  

  Στην πραγματικότητα Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ και εντός αυτής της ΜΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ  εκδηλώνονται όλες αυτές οι υποκειμενικές διαφοροποιήσεις και οι αντικειμενικές καταστάσεις. Η υποκειμενική διαφοροποίηση οδηγεί στην αντίληψη ενός άλλου πεδίου, μιας εμπειρίας διαφορετικής από την απόλυτη Ενότητα, και έτσι προκύπτει η δημιουργία των αντικειμενικών κόσμων. Αυτό δηλαδή που δημιουργεί την διαφοροποίηση από την απόλυτη Ενότητα και την εμπειρία των εξωτερικών κόσμων βρίσκεται στην Συνείδηση, όχι κάπου έξω.

     Η Αυτογνωσία αναφέρεται στην Γνώση της Συνείδησης, στον τρόπο λειτουργίας της και στην δραστηριότητά της, όχι κάπου αλλού. Έτσι η Συνείδηση, η «κάθε Συνείδηση», έχει ένα σταθερό, αιώνιο Υπόβαθρο. Είναι Αυτοπροσδιοριζόμενη, Αυτοπαραγώμενη, εντελώς Ελεύθερη, Τελειωμένη. Όλες οι σχετικές εμπειρίες είναι δικά της δημιουργήματα και είναι στην δική της επιλογή αν θα τις διατηρήσει ή θα τις απορρίψει. Δεν υπάρχει κανένας εξωτερικός Θεός να αποφασίσει για κάτι, κανένας εξωτερικός μηχανισμός που να μας εξαναγκάζει, κανένας προκαθορισμός, καμιά δέσμευση. Το ον είναι δημιούργημα του εαυτού του.

 

     Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ. Όταν η Συνείδηση το αντιλαμβάνεται αυτό δεν υπάρχει χωριστικότητα, εξωτερικοί, αντικειμενικοί κόσμοι (ανεξάρτητα από την Συνείδηση). Όταν η Συνείδηση διαφοροποιείται από την απόλυτη Ενότητα εισέρχεται στην σχετική εμπειρία. Η Συνείδηση μπορεί να αντιλαμβάνεται το σταθερό Υπόβαθρό της ως την μόνη Πραγματικότητα, ως την Πραγματικότητα που υποστηρίζει το εξωτερικό, ως την Πραγματικότητα σε σχέση με το εξωτερικό, κ.λπ. Έτσι η Συνείδηση δημιουργεί διάφορες μεταφυσικές θεωρήσεις, προσωρινές ερμηνείες της Ύπαρξης, με σκοπό να φτάσει στην απόλυτη Γνώση. Σε όλες αυτές τις μεταφυσικές θεωρήσεις (στις οποίες ανήκουν όλες οι ιστορικές Θρησκείες και μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα) το Απόλυτο θεωρείται ως το Υπόβαθρο των πάντων (με το ένα ή τον άλλο τρόπο). Η βίωση του Απολύτου  (μέσα από διάφορες Πρακτικές) είναι ο απώτερος σκοπός.

     Η πραγμάτωση αυτής της Κατάστασης οδηγεί την Συνείδηση στην αντίληψη της απόλυτης Ενότητας, στην αντίληψη ότι η Συνείδηση είναι ΜΙΑ και από αυτήν πηγάζουν όλες οι υποκειμενικές διαφοροποιήσεις και οι αντικειμενικές καταστάσεις. Εδώ εγκαταλείπονται όλες οι μεταφυσικές θεωρήσεις που είναι προσωρινές ερμηνείες, ξεπερνιούνται όλες οι ιστορικές θρησκείες. Έχουμε φτάσει στην αντικειμενική Γνώση, στην πλήρη Αυτογνωσία.

 

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΕΣ ΘΕΩΡΗΣΕΙΣ


      Το ΕΙΝΑΙ (ΝΟΕΙΝ) είναι η μόνη Πραγματικότητα, Αιώνια, Αναλλοίωτη, Άπειρη. Όταν το ΕΙΝΑΙ (ΝΟΕΙΝ) δραστηριοποιείται, δημιουργείται μία διαφορετική κατάσταση ύπαρξης. Το Υποκείμενο συλλαμβάνει το ΕΙΝΑΙ ως Προσδιοριζόμενο, ως Ιδέα, ως ύπαρξη, ως χώρο, κ.λπ. Πρόκειται για μία νοητική σύλληψη (μία κατασκευή), με την οποία ταυτίζεται. Όλα όσα συλλαμβάνει και αναπτύσσονται και εξελίσσονται είναι νοητικής υφής,  που εκδηλώνονται ως παράλληλες διαφοροποιήσεις της νοητικής σύλληψης (παράλληλοι κόσμοι). Όλα βρίσκονται στον ίδιο άπειρο χώρο αλλά σε διαφορετική διάσταση. Το Υποκείμενο που απορροφάται μέσα στην νοητική του σύλληψη (το Καθολικό Είναι και τις διαφοροποιήσεις του) υφίσταται το ίδιο μία διαφοροποίηση. Κατ’ αρχήν δημιουργείται η αντίληψη ενός Υπερπροσωπικού Παγκόσμιου Είναι που ταυτίζεται με το Καθολικό Είναι, με την άπειρη, νοητική, αντικειμενική ύπαρξη που καλύπτει όλο τον  χώρο.  Με την περαιτέρω απορρόφηση μέσα στην νοητική ύπαρξη προκύπτει η αντίληψη ενός ατομικού εγώ μέσα στον αντικειμενικό κόσμο (νόηση), που συναλλάσσεται με τον κόσμο (διανόηση) και βιώνει μία προσωπική ατομική ζωή στο νοητικό κόσμο (αντίληψη). Καθώς το υποκείμενο απορροφάται περαιτέρω στο σχετικό, υφίσταται περαιτέρω διαφοροποιήσεις. Το υποκείμενο βιώνει την ύπαρξη μέσα στις διάφορες διαστάσεις του Είναι σαν να ζει σε διάφορους κόσμους. Σε όποιο κόσμο και αν βιώνει την ύπαρξη το Υποκείμενο, μπορεί να βιώσει το ΕΙΝΑΙ ξεπερνώντας τις διάφορες περιφερειακές δραστηριότητες. Στην πραγματικότητα το Υποκείμενο ταυτίζεται με το ΕΙΝΑΙ ακόμα και όταν αντιλαμβάνεται ότι είναι κάτι διαφορετικό. Οι διάφορες υποκειμενικές καταστάσεις είναι καταστάσεις του Συνειδέναι, και όχι οντολογικές διαφοροποιήσεις.

 

     Το ΕΙΝΑΙ (ΝΟΕΙΝ), ο ΛΟΓΟΣ, η νοητική Δραστηριότητα δημιουργεί το Είναι και τις διαφοροποιήσεις του, την διαφοροποιημένη Πραγματικότητα. Από εδώ προκύπτουν όλες οι υποκειμενικές και αντικειμενικές διαφοροποιήσεις. Η αντίληψη της Πραγματικότητας, η Πραγματικότητα που προκύπτει έτσι εξαρτάται από την λειτουργία του ΛΟΓΟΥ, από τον βαθμό φώτισης ή ενημερότητας για την ίδια του την Λειτουργία, το αποτέλεσμά της. Ανάλογα λοιπόν πώς θα αντιληφθούμε ή θα θέσουμε την Πραγματικότητα, προκύπτει η κοσμοθεωρία μας, οι ενέργειές μας, τα αποτελέσματα της δράσης μας.

 

     Έτσι στο υλικό πεδίο η αντίληψη της Πραγματικότητας διαφοροποιείται ανάλογα με ποιο επίπεδο λειτουργούμε.

1)  Το ΕΙΝΑΙ αποτελεί την μόνη Πραγματικότητα. Οποιαδήποτε διαφοροποίηση αποτελεί εσφαλμένη αντίληψη (επίπεδο του ΕΙΝΑΙ).

2)  Το ΕΙΝΑΙ γίνεται αντιληπτό ως Ενότητα που υπερβαίνει ή καταργεί τα αντίθετα. Φώτιση και μη διακρίνουσα αντίληψη είναι το ίδιο, ηρεμία και δραστηριότητα, συνείδηση και δημιουργία, παγκόσμιο και ατομικό, όλα ταυτίζονται. Είμαστε εξ αρχής και για πάντα σε αυτή την Κατάσταση. Δεν χρειάζεται να πραγματοποιήσουμε κάτι (Επίπεδο του ΝΟΕΙΝ σε Δραστηριότητα που ταυτίζεται με το Καθολικό Είναι: τρία επίπεδα).

3) Το ΕΙΝΑΙ διακρίνεται από την νοητική δραστηριότητα, η οποία έχει διάφορα επίπεδα λειτουργίας (που δημιουργούν την αντίληψη μίας ύπαρξης μέσα στο σχετικό). Για να βιώσουμε το ΕΙΝΑΙ θα πρέπει να ξεπεράσουμε την νοητική δραστηριότητα (Επίπεδο της νόησης).

4) Το ΕΙΝΑΙ διακρίνεται από την νοητική δραστηριότητα που προσδιορίζεται σε διάφορες διαδικασίες οι οποίες θεωρούνται όλες ως απατηλές, κενές. Για να βιώσουμε το ΕΙΝΑΙ θα πρέπει να απορρίψουμε τις διάφορες διαδικασίες ως κενές (επίπεδο της διαλεκτικής διανόησης).

5) Το ΕΙΝΑΙ διακρίνεται από την νοητική δραστηριότητα       που συγκεκριμενοποιείται σε διάφορες διαδικασίες οι οποίες θεωρούνται πραγματικές. 

 

Για να βιώσουμε το ΕΙΝΑΙ θα πρέπει να εγκαταλείψουμε όλες αυτές τις διαδικασίες γιατί μας κρατούν δέσμιους σε ανεπιθύμητες καταστάσεις. 

 

     Όλες αυτές οι θεωρήσεις είναι πραγματικές για το Υποκείμενο που τις βιώνει. Από εδώ προκύπτουν διάφοροι τύποι φιλοσοφίας, θρησκείας. Μάλιστα στα πλαίσια της ίδιας θρησκείας μπορεί να αναπτυχθούν διάφορες σχολές που υιοθετούν την μία ή την άλλη θεώρηση (μία τέτοια θρησκεία είναι ο Βουδισμός: Θεραβάντα, Σουνυαβάντα, Βιτζνάναβάντα, Αβαταμσάκα, Ζεν)

 

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

 

Η Συνείδηση είναι η μόνη Πραγματικότητα, Αιώνια, Αναλλοίωτη στην Φύση Της, Απροσδιόριστη στην Ουσία της, Καθαρό Είναι, χωρίς ιδιότητες και προσδιορισμούς, πέρα από τον χώρο και τον χρόνο…  Κάθε «φαινόμενο» που «αναδύεται» μέσα σ’ αυτή την Πραγματικότητα «ταυτίζεται» με αυτή την Πραγματικότητα, δεν είναι κάτι διαφορετικό… (αυτή η Αντίληψη είναι σε τελευταία ανάλυση η βάση κάθε «μεταφυσικής»).

 

      Η Συνείδηση είναι ΜΙΑ, καθαρό Είναι. Η «αντίληψη της ατομικότητας» είναι «αυτοπεριορισμός» της Συνείδησης, απατηλός στην ουσία του… Στην πραγματικότητα «κάθε ύπαρξη» είναι Συνείδηση, Αυτοπροσδιοριζόμενη, Αυτοπαραγόμενη, εντελώς Ελεύθερη, Τελειωμένη. Δεν υπάρχει τίποτα να «πραγματωθεί»… (αυτή η Αντίληψη είναι σε τελευταία ανάλυση η βάση κάθε «οντολογίας»).

       Ό,τι Ορίζεται ως Διαλογισμός συνίσταται στην Εσωτερική αντίληψη του καθαρού Είναι, στην απόρριψη κάθε αυτοπεριορισμού, κάθε σχετικού προσδιορισμού, κάθε διαδικασίας μέσα στον χρόνο… Η Συνείδηση «βυθίζεται» στο Άπειρο, στο Αιώνιο, στο Αληθινό, στην Μόνη Πραγματικότητα που υπάρχει… (Αυτή η Αντίληψη είναι σε τελευταία ανάλυση η βάση κάθε «θρησκευτικής πρακτικής»).

 

Η ΙΕΡΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

 

Η Απόλυτη Πραγματικότητα, που 0ρίζεται με διάφορους τρόπους στις διάφορες θρησκείες,  είναι η ύστατη Πραγματικότητα που υποστηρίζει κάθε ύπαρξη, κάθε αντίληψη, κάθε βίωμα. Είναι η Καθαρή Ύπαρξη, η Υπέρτατη Πνευματική Κατάσταση, η Ολοκληρωμένη Αντίληψη, η Πληρότητα της Ζωής, κ.λπ.

     Οι «οντότητες» που βιώνουν την Απόλυτη Πραγματικότητα, είτε στους μεταφυσικούς κόσμους, είτε στο υλικό πεδίο, άσχετα από την θρησκεία που ακολουθούν, βιώνουν ΜΙΑ, Κοινή Πραγματικότητα, και αυτό το γεγονός δημιουργεί αυτόματα Μία Κοινή Συνείδηση, Μία Ιερή Κοινότητα… Αυτή η Ιερή Κοινότητα δεν έχει καμία σχέση με τις κοσμικές Εκκλησίες των διαφόρων θρησκευμάτων…

 

      Η απόλυτη Πραγματικότητα είναι Εμπειρία, Βίωμα. Όσοι έχουν αυτή την Εμπειρία, βιώνουν την Πραγματικότητα που υπάρχει πίσω από όλες τις προσεγγίσεις, πέρα από όλες τις περιγραφές. Όλες οι θρησκείες μιλούν για την ίδια Πραγματικότητα. Μονάχα όμως όσοι έχουν βιώσει την απόλυτη Πραγματικότητα το κατανοούν αυτό…

 

       Σύμφωνα με όλες τις θρησκείες η Πραγματικότητα (για όσους αντιλαμβάνονται πλήρως), η Απώτερη Πραγματικότητα (για όσους διακρίνουν την Πραγματικότητα από το σχετικό), η Ύστατη Πραγματικότητα (για όσους εξελίσσονται πέρα από όλες τις σχετικές αντιλήψεις), το Απόλυτο (για κάθε περιορισμένη συνείδηση), αποτελεί το Υπόβαθρο κάθε συνείδησης, το Κέντρο Αναφοράς κάθε αντίληψης.

 

     Κάθε περιορισμένη συνείδηση προϋποθέτει πίσω της αυτό το υπόβαθρο: την Υπερσυνείδηση που την στηρίζει και την εμπνέει και την καθοδηγεί προς την Ολική Αντίληψη. Η περιορισμένη συνείδηση δεν μπορεί να βρει το Αίτιο της Ύπαρξης στον εαυτό της, ούτε μπορεί να υποθέσει ότι υπάρχει κάτι έξω από αυτήν (γιατί αυτό είναι μονάχα μια σύλληψη, μια αντίληψη, μια ιδέα που όταν υιοθετηθεί οδηγεί όχι στην Αλήθεια αλλά στην ειδωλολατρία. Η περιορισμένη συνείδηση λοιπόν μέσα στο βαθύτερο Είναι της, στην Ουσία της, μπορεί να αποκαλύψει το Αίτιο, το Υπόβαθρο, την Ουσία και όχι κάπου έξω. Ο εσωτερικός δρόμος είναι ο μόνος δρόμος.

 

     Όλες οι θρησκείες μιλούν για την εσωτερική Πραγματικότητα της συνείδησης, για την ανάδυση από την περιορισμένη συνείδηση προς το Όλον, για το άπλωμα του περιορισμένου στο Άπειρο.

 

     Όλες οι πρακτικές που χρησιμοποιούν οι διάφορες θρησκείες (Διαλογισμός, Προσευχή, Γιόγκα, κ.λπ.) δεν έχουν άλλο προορισμό από το να βοηθήσουν την συνείδηση να ξεπεράσει όλες τις περιοριστικές και περιορισμένες αντιλήψεις για να αντιληφθεί το άπειρο Βάθος της. Αυτό σημαίνει ότι η συνείδηση πρέπει να «αποδομήσει» κάθε «εγωική αντίληψη» για να φτάσει στην Καθαρή Αντίληψη, στο Καθαρό Είναι, στο Χωρίς Ιδιότητες, στο Αμετάβλητο,  στο Αληθινό.

 

     Στην πραγματικότητα η Συνείδηση είναι ΜΙΑ, αιώνια και όλοι οι περιορισμοί είναι απατηλοί. Για όσους το αντιλαμβάνονται αυτό δεν υπάρχει πτώση, εξέλιξη, φώτιση. Τίποτα! Για όσους όμως εμπλέκονται μέσα στο σχετικό υπάρχει εξέλιξη, βαθμίδες προς την ολοκλήρωση, κ.λπ.

 

     Πάντως όπως κι αν έχει το Απόλυτο αποτελεί την Αρχή και το Τέλος, το Όριο της Συνείδησης και τον τελικό προορισμό κάθε συνείδησης.

 

     Όσοι Βιώνουν την Απόλυτη Πραγματικότητα όπως και αν την ορίζει η θρησκεία τους, είναι Ένα με την Πραγματικότητα, είναι η Πραγματικότητα. Όλοι αυτοί αποτελούν, συμμετέχουν και εκπροσωπούν την Ιερή Κοινότητα. Αντιλαμβάνονται ότι βιώνουν την Πραγματικότητα που βιώνουν και άλλοι, προερχόμενοι από άλλες θρησκείες.

 

     Η Πραγματικότητα Είναι ΜΙΑ ασχέτως πώς φτάνουμε σε Αυτήν και πώς την ονομάζουμε…