Home » θέωση

Ε. ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ


Ο Χριστιανισμός όπως προαναφέρθηκε είχε πολλά κοινά με τις αρχαίες θρησκείες όπως σύμβολα και αρχέτυπα, αλλά και γνώσεις που δεν προσφέρονταν σε όλους, κατά το πρότυπο των αρχαίων μυστηρίων. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρέυς χρησιμοποιώντας όρους και πρακτικές των παγανιστικών μυστηρίων, μιλά συχνά για «την εποπτεία Θεού», η οποία όπως και στα αρχαία μυστήρια δεν προσφέρονταν σε όλους:

«Δεν αποκάλυψε (ο κύριος) στους πολλούς αυτό που δεν ανήκε στους πολλούς, αλλά το αποκάλυψε μονάχα στους λίγους για τους οποίους έκρινε ότι ταιριάζει, σε εκείνους που ήταν ικανοί να ο συλλάβουν και να διαπλαστούν με αυτό. Γιατί ο Θεός εμπιστεύτηκε το άφατο μυστήριο του στον Λόγο, όχι στην γραπτή λέξη. Ο Θεός τοποθέτησε την εκκλησία ως αποστόλους, άλλους ως προφήτες, άλλους ως ευαγγελιστές, για την τελειοποίηση των αγίων, για το έργο της ιεροσύνης, για την εποικοδόμηση του σώματος του Χριστού.»(Στρωμματείς 7.11) 

ο Ωριγένης αναφέρει ότι:

«Συχνά μάρτυς μου ο Θεός, αισθάνθηκα τον Νυμφίο να με πλησιάζει και να βρίσκεται μαζί μου, όσο μπορεί να συμβεί αυτό, ύστερα εξαφανιζόταν ξανά και δεν μπορούσα να βρω εκείνο που ζητούσα». (Hom. In Cant., 1.7).

Αλλά και ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης περιγράφει την μυστική εμπειρία ως ξύπνημα από το σώμα ή ανάβαση σε παρατηρητήριο, ως συνείδηση της θείας παρουσίας, απόκτηση της ιδιότητας του θεϊκού φωτός και ταύτιση με αυτό το οποίο αντιλαμβάνεται. Ας δούμε πως περιγράφει την μυστική αυτή εμπειρία :

«Φαντάσου έναν κατακόρυφο απόκρημνο βράχο, με μιαν άκρη να προεξέχει στην κορφή. Τώρα φαντάσου τι θα αισθανόταν ίσως ένα πρόσωπο, αν έβαζε το πόδι του στην άκρη αυτού του γκρεμού και, κοιτάζοντας κάτω προς το χάος, δεν έβλεπε ούτε στέρεο πάτημα ούτε κάτι για να πιαστεί. Αυτό είναι, νομίζω, η εμπειρία της ψυχής όταν πηγαίνει περ' απ' το πάτημα στα υλικά πράγματα, στην αναζήτησή της γι' αυτό που δεν έχει διάσταση και υπάρχει προαιώνια. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε απ' όπου να μπορεί να κρατηθεί, ούτε χώρος, ούτε χρόνος, ούτε μέτρο, ούτε τίποτε άλλο, το μυαλό μας δεν μπορεί να το προσεγγίσει. Κι έτσι η ψυχή, γλιστρώντας σε κάθε σημείο απ' όπου δεν μπορεί να πιαστεί, ζαλίζεται και παθαίνει σύγχυση και ξαναγυρίζει γι' άλλη μια φορά σ' αυτό που της είναι σύμφυτο, ευχαριστημένη τώρα που ξέρει απλώς αυτό για το Υπέρτατο, ότι είναι τελείως διαφορετικό από τη φύση των πραγμάτων που η ψυχή γνωρίζει» 

Όσο βέβαια αυξάνονταν οι πιστοί του Χριστιανισμού, τόσο μειώνονταν ο μυστηριακός του χαρακτήρας. Έτσι δημιουργήθηκαν δύο Χριστιανικοί ατραποί. Ο Ένας ο επίσημος φορέας της διδασκαλίας η Εκκλησία, και ο άλλος το «εσωτερικό» μονοπάτι του Ιησού, η μυστικιστική πλευρά που απευθύνεται στην ανάγκη για ένωση με το Θείο, ο πρώτος συλλογικός, ο δεύτερος προσωπικός.Από τον τρίτο κιόλας αιώνα άρχισε η πρακτική του ασκητισμού, από ανθρώπους που αναζητούσαν την πνευματική τελείωση τους, σε καθαρά προσωπικό βιωματικό επίπεδο, πέρα από τα συλλογικά δόγματα της εκκλησίας. Ως πατέρας και ιδρυτής του κοινοβιακού μοναχισμού θεωρείται ο όσιος Παχώμιος που περί το 323 μ.χ ίδρυσε την πρώτη μεγάλη πρότυπη κοινοβιακή κοινότητα στην Αίγυπτο.Ο Χριστιανικός μυστικισμός έχει τις ρίζες του στον μοναχισμό και στην ασκητική ζωή.Η ουσιώδης διάφορα σε σχέση με τις άλλες μυστηριακές θρησκείες είναι πως η γέφυρα προς την θέωση είναι ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος διά της ενανθρώπησης και του έργου του, συνυψώνει μαζί του την ανθρώπινη φύση και την μεταμορφώνει συνεχώς.

«Αναχωρώ» σημαίνει αποχωρίζομαι από τα εγκόσμια, και δένομαι αδιάσπαστα μόνο με τον Θεό. Με την αποχώρηση και την «φώτιση» αποκαλύπτεται το ΟΝ που αληθινά υπάρχει. Έτσι φτάνει ο κανείς στην απάθεια που είναι «θάνατος της ψυχής και θάνατος του νου, πριν από το θάνατο του σώματος». Το να γίνεις «απαθής» -με την Πατερική και όχι τη Στωική έννοια του όρου - εξηγεί ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης, παίρνει καιρό και θέλει σκληρή δουλειά, με αυστηρή ζωή, νηστεία και αγρυπνία, προσευχή, ιδρώτα αίματος, ταπείνωση, την καταφρόνια του κόσμου, σταύρωση, τα καρφιά, τη λόγχη στην πλευρά, το ξύδι και τη χολή, εγκατάλειψη απ' τον καθένα, προσβολές από τρελούς αδελφούς συσταυρωμένους, βλαστήμιες απ' τους περαστικούς: και μετά -ανάσταση εν Κυρίω, την αθάνατη αγιότητα του Πάσχα.Κατά αυτόν τον τρόπο ο ασκητής απομονώνει τα ανθρώπινα πάθη ενδύεται ένα άλλο αναγεννημένο «εγώ» . Ο ιστορικός Προκόπιος είχε ονομάσει τη ζωή του μοναχού «τέλεια μελέτη του θανάτου». Τι είναι όμως ο θάνατος για τον ασκητή; Θάνατος είναι ο χωρισμός από το Θεό. Κάτι που μας θυμίζει σαφώς τα λόγια του Πλάτωνα στον Φαίδωνα: «Είναι πιθανόν οι άνθρωποι να μη αντιλαμβάνονται ότι όλοι όσοι προσφεύγουν στην ενασχόληση με την φιλοσοφία εκπαιδεύονται για ένα πράγμα μόνο τον θάνατο..», εννοώντας ο Πλάτωνας τον θάνατο της αμαθείας και την αναγέννηση ενός πνευματικού ανθρώπου. Όπως χαρακτηριστικά παραδέχεται και ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «παράξενο, ότι και οι Έλληνες είπαν κάτι ανάλογο, γιατί ορίζουν τη φιλοσοφία ως μελέτη του θανάτου».
Υπάρχει βέβαια μία διαφορά προσέγγισης. Ο Χριστιανικός μυστικισμός δεν θεωρεί απαραίτητη την γνώση ή την σοφία όπως για παράδειγμα ο Πλάτωνας. (Υπάρχει επίσης και η άποψη πως η στάση του Πλάτωνα είναι περισσότερο διαλεκτική, κάτι που είναι σαφές πως δεν ισχύει. Ο Πλάτωνας ήταν πάνω από όλα μύστης).Υπάρχουν και άλλες διαφορές βέβαια όπως θα διαπιστώσουμε στην συνέχεια. Για τον Χριστιανικό λ.χ μυστικισμό ο κόσμος οι ψυχές και η ύλη είναι δημιουργήματα και όχι απορροές του Θεού. Απορρίπτεται επίσης η πλήρη ένωση της ανθρώπινης ψυχής με τον Θεό σε μια Πανθεϊστική έννοια. Τέλος αντιλαμβάνεται τον μυστικισμό όχι ως ένωση με την «Θεία ουσία» αλλά ως θέα τηςΘείας δόξας, ως ένωση αγάπης, ως μετοχή στις άκτιστες ενέργειες του θεού, με τις οποίες ο άνθρωπος φτάνεις την «Θέωση», γίνεται «κατά χάριν» Θεός.
Ο Χριστιανικός μυστικισμός αποσκοπεί σε μια τελειότητα ζωής, είναι κανόνας ηθικής και φιλοσοφίας αλλά αρνείται ότι η γνώση μπορεί να οδηγήσει στην θέωση του ανθρώπου, καθώς δίνει τα πρωτεία στην καρδιά. Ο ησυχασμός, όπως κάθε μυστικισμός, επιδιώκει το «βύθισμα» σε μία ατμόσφαιρα ενορατική για να γνωρίσουμε στο Θεό.
Θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως ο Ησυχασμός είναι η Ελληνική Ορθόδοξη ατραπός προς την εσωτερική μύηση, κάτι αντίστοιχο με τις εσωτερικές μεθόδους της ανατολής που οδηγούν στην Νιρβάνα. Με την διαφορά πως για τον Ορθόδοξο ο Θεός δεν είναι μεταφυσικός, αλλά υπερβατικός και παρών στην φύση δια των άκτιστων ενεργειών του. Ο Θεός στην Ορθοδοξία παραμένει Θεός, και ο άνθρωπος παραμένει άνθρωπος. Ο άνθρωπος γίνεται Θεός κατά χάρη, αλλ' όχι Θεός ως προς την ουσία. Αυτή η διάκριση μεταξύ Δημιουργού και δημιουργήματος συνεχίζεται ακόμη• γεφυρώνεται με την αμοιβαία αγάπη αλλά δεν εξαφανίζεται. Ο Θεός, όσο κοντά κι αν έρθει στον άνθρωπο, πάντα παραμένει ο «Όλως Έτερος».
Υπάρχει επίσης διαφορά ανάμεσα στον διαλογισμό και στην Χριστιανική προσευχή. Η χριστιανική προσευχή δεν είναι απλώς μία «στροφή προς τα έσω», ως μία υπερβατική ενέργεια που προέρχεται από τον ίδιο τον άνθρωπο μέσω τεχνικών διαλογισμού, αλλά απευθύνεται πάντοτε προς τον «απέναντι του ανθρώπου», που είναι ο Θεός και επικαλείται την αγάπη Του, το έλεός Του, και την «Θεία χάρη», για να το επιτύχει αυτό.Η προσευχή είναι ένα «άνοιγμα» τού ανθρώπου στην Θεία αγάπη, τού ανθρώπου που είναι αδύναμος να υψωθεί πέρα από την κτιστή πραγματικότητα. Ετσι επικαλείται την αγάπη και την δωρεά τού Θεού. Η απάντηση στην προσευχή δεν προέρχεται από τον ίδιο τον άνθρωπο, αλλά από τον Θεό. Η ησυχαστική παράδοση βασίζεται σε τρία στάδια τελείωσης:

1. Στην κάθαρση της καρδιάς
2. Στον φωτισμό του Νου
3. Στην θέωση 

Οι τεχνικές της ησυχαστικής μεθόδου (που ομοιάζουν με τεχνικές τόσο του Βουδισμού όσο και των Σούφι ) είναι τρεις:

Α) Εξωτερική στάση. Ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναίτης συνιστά το κάθισμα σε ένα κοντό σκαμνί, περίπου είκοσι πέντε πόντους ύψος. Το κεφάλι και οι ώμοι θα πρέπει να είναι κυρτωμένοι, και τα μάτια προσηλωμένα προς το μέρος της καρδιάς. Δέχεται ότι αυτή η στάση θα αποδειχθεί εξαιρετικά άβολη μετά από ένα διάστημα.
Β) Έλεγχος της αναπνοής. Η αναπνοή πρέπει να γίνει βραδύτερη και συγχρόνως να συντονιστεί με τον ρυθμό της προσευχής. Συχνά το πρώτο μέρος «κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ θεού» λέγεται όταν εισπνέουμε και το δεύτερο μέρος «ελέησαν με τον αμαρτωλό», όταν εκπνέουμε.
Γ) Εσωτερική εξερεύνηση. Όπως και στην Γιόγκα διδάσκεται η συγκέντρωση της σκέψης σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος, έτσι και ο Ησυχαστής συγκεντρώνει την σκέψη του στο καρδιακό κέντρο. Αναπνέει διάμεσο της μύτης και προωθεί την αναπνοή του στους πνεύμονες του, κάνει τον Νου του να κατέρχεται με την αναπνοή του και ερευνά εσωτερικά για την θέση της καρδία.Η προσευχή αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη της Εσωτερικής ηρεμίας και της προσέγγισης του Θεού. O Oσιος Θεόγνωστος περιγράφει ως εξής αυτή την εμπειρία:

«Κι αν με την καθαρή προσευχή που ενώνει αυλα με τον Θεό τον αυλο νου έφτασες να δεις σαν σε καθρέφτη τη ζωή που θα διαδεχθεί το τέλος της εδώ ζωής σου, επειδή δέχτηκες τον αρραβώνα του Πνεύματος και Απόκτησες μέσα σου τη βασιλεία των ουρανών με όλες τις αισθήσεις και τις σκέψεις σου, κι αν το κατόρθωσες αυτό, μην ανεχθείς όμως να απολυθείς από τη σάρκα σου χωρίς να έχεις προβλέψει τον θάνατο σου, αλλά και να προσεύχεσαι θερμά για αυτό και να ελπίζεις ότι θα το πετύχεις, κοντά στην έξοδο σου αν σε συμφέρει. Και να προετοιμάζεις τον εαυτό σου για αυτή την έξοδο αποβάλλοντας κάθε δειλία, ώστε να μπορέσεις να διαπεράσεις τον αέρα, να ξεφύγεις από τα πονηρά πνεύματα και να περάσεις θαρραλέα και άφοβα τις ουράνιες αψίδες, να ενωθείς με τις αγγελικές τάξεις, να προστεθείς στους εκλεκτούς και τους δίκαιους όλων των αιώνων, και να βλέπεις τον Θεό όσο αυτό είναι δυνατό. Θα χαίρεσαι τα αγαθά που χαρίζει ο Θεός και θα νοιώθεις τον Λόγο του Θεού να ακτινοβολεί τα υπερουράνια και να τον λατρεύουν με την άχραντη σάρκα Του, σε κοινή προσκύνηση μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα, ολόκληρη η επουράνια στρατιά και όλοι οι άγιοι ». (περί ιεροσύνης,75) 

Η προσευχή διακρίνεται σε τρεις κατηγορίες :

• Η προφορική προσευχή
• Η νοητική προσευχή
• Η καρδιακή προσευχή

Στην προσευχή λέει ο επίσκοπος Θεοφάνης ο Ερημίτης (1815-94), το πρωταρχικό είναι να συνεχίζεις να στέκεσαι μπροστά του ακατάπαυστα μέρα και νύκτα μέχρι το τέλος της ζωής σου. Να προσεύχεσαι σημαίνει να στέκεσαι μπροστά στον Θεό, να έρχεσαι σε άμεση και προσωπική σχέση με αυτόν.
Είναι να γνωρίζεις σε κάθε επίπεδο της ύπαρξης σου, από το ενστικτώδες έως το διανοητικό, από το υποσυνείδητο έως το υπερσυνείδητο, ότι υπάρχεις ΜΕΣΑ στον Θεό, και αυτός είναι εντός σου. Προσευχή είναι ο Θεός, όχι δηλαδή κάτι που εμείς αρχίζουμε, αλλά κάτι στο οποίο συμμετέχουμε. Πρώτιστα δεν είναι κάτι που εμείς κάνουμε αλλά κάτι που ο Θεός κάνει μέσα μας. Κατά την ρήση του Άγιου Παύλου, «ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός (Γαλ. Β’210).
Ο σκοπός της προσευχής είναι, «γίνε ότι είσαι». Γίνε συνειδητά και ενεργά αυτό που ήδη είσαι εν δύναμη και μυστικά, επειδή έχεις πλαστεί σύμφωνα με την ιερή εικόνα και έχεις ξαναγεννηθεί με το Βάπτισμα. Γίνε ότι είσαι ακριβέστερα ξαναγύρισε στον εαυτό σου. Ανακάλυψε Αυτόν που είναι ήδη δικός σου. Άκουσε αυτόν που δεν παύει ποτέ να μιλάει μέσα σου. Κάνε κτήμα σου αυτόν που ακόμα και τώρα σε έχει για δικό του τούτο. Αυτό είναι το μήνυμα του Θεού σε όποιον θέλει να προσευχηθεί, «Δεν θα με αναζητούσες ποτέ αν δεν με είχες ήδη βρει». Ο επίσκοπος Θεοφάνης περιγράφει την κατάσταση που βιώνει αυτός που προσεύχεται :

«..Η ουσία είναι να ενοικείς στο Θεό, και αυτή η παρουσία σου μπρος στον Θεό σημαίνει ότι ζεις με την συνεχή διαβεβαίωση της συνείδησης σου πως ο Θεός υπάρχει εντός σου και σε όλα. Ζεις με την σταθερή πεποίθηση ότι βλέπει κάθε τι που είναι μέσα σου, γνωρίζοντας σε καλύτερα από ότι εσύ γνωρίζεις τον εαυτό σου. Αυτή η επίγνωση ότι το μάτι του Θεού βλέπει βαθιά μέσα σου δεν πρέπει να συνοδεύεται από καμία οπτική αντίληψη αλλά πρέπει να περιορίζεται σε μία απλή πεποίθηση ή αίσθηση».

Ο τελικός σκοπός της προσευχής είναι η «Θέωση». Όπως αναφέρει ο αρχιμανδρίτης Σέργιος Μπουλγκάνοφ, «Το όνομα του Ιησού, παρών στην ανθρώπινη καρδιά, φέρνει μαζί του την δύναμη της θεοποίησης».
Ο Λόγος έγινε άνθρωπος λέει ο Άγιος Αθανάσιος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός. Αυτός που είναι από την φύση Θεός πήρε την ανθρώπινη υπόσταση μας, ώστε εμείς οι άνθρωποι με την χάρη του να μπορέσουμε νa μοιραστούμε την Θεότητα του «γινόμενοι κοινωνοί θείας φύσεως» (Β’ Πετρ.α’4). Ο άνθρωπος μεταμορφώνεται δια τής «Θείας Χάρης». Η κατάσταση τής «Θείας Χάρης» είναι η φανέρωση και η κυριαρχία τής άφατου αγάπης του θεανθρώπου Ιησού Αυτού, πού «έτι αμαρτωλών όντων ημών υπέρ ημών απέθανεν» (Ρωμ. 5, 8).
Στην ησυχαστική παράδοση το μυστήριο της θέωσης λαμβάνει την μορφή της θέας φωτός, όχι όμως το κτιστό φως που γίνεται αντιληπτό με τις αισθήσεις.
Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να γίνει μία σημαντική διευκρίνηση στους όρους Κτιστό και άκτιστο. Στην Ορθοδοξία υπάρχει διάκριση μεταξύ κτιστού και άκτιστου.
Άκτιστος είναι ο Θεός και οι ενέργειές Του, ενώ κτιστός είναι ο κόσμος. Υπάρχει μία σαφώς διαφορετική οντολογία μεταξύ των δύο, αφού το άκτιστο δεν έχει αρχή, φθορά και τέλος, ενώ το κτιστό έχει συγκεκριμένη αρχή, διακρίνεται για την φθορά και δεν έχει τέλος, όχι γιατί αυτό οφείλεται στην φύση του, αλλά γιατί έτσι το θέλησε ο Δημιουργός του. Συνεπώς οντολογικά υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ κτιστού και ακτίστου, εν τούτοις η άκτιστη ενέργεια, χωρίς να μετατρέπεται σε κτίσμα, εισέρχεται μέσα σε όλα τα κτιστά, οπότε έτσι αποφεύγεται ο αγνωστικισμός και ο πανθεϊσμός.
Για τους ησυχαστές υπάρχει σαφής διάκριση του Νου («πνεύματος» του ανθρώπου) και του Λόγου (διανοίας). O Νους είναι ο «οφθαλμός» της ψυχής και όργανο θεογνωσίας.Σκοπός του Ησυχασμού είναι η κάθαρση της καρδίας και του Νου, αντίστοιχα, από τα πάθη και από τους λογισμούς. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται πατερικά «θεραπεία», διότι μέσω αυτής θεραπεύεται ο νους και ανακτά τη φυσική λειτουργία του. Με την έλευση του Αγίου Πνεύματος, που ακολουθεί την «θεραπεία», ο Νους γίνεται «ναός» του (Α' Κορ.6, 19) και ο άνθρωπος μέλος του σώματος του Χριστού (Α' Κορ.12, 27• Ρωμ. 8, 9). Το πνευματικό αυτό στάδιο ονομάζεται στη «φωτισμός» και είναι η προϋπόθεση της Θεώσης, του δοξασμού μέσα στην άκτιστη φυσική Χάρη (ενέργεια) της Αγίας Τριάδος. Κατ’ αυτό τον τρόπο:

Οι άγιοι φτάνουν να γίνουν κάτι που ποτέ δεν θα μπορούσε να ανήκει αποκλειστικά στην φυσική δύναμη, αφού η φύση δεν κατέχει καμία ικανότητα που θα ήταν ικανή να αποκτήσει αυτό που ξεπερνάει την φύση. Κανένα είδος θεοποίησης δεν είναι πραγματικά παράγωγο της φύσης, αφού η φύση δεν μπορεί να κατανοήσει τον Θεό.» Πατρολογία τομος 90, 321 Α 

Το άκτιστο θείο φως και οι τρόποι θεωρίας του


Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου,Ιδρυτού της Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου
Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης (1866-1938), Αθήνα 1988, δ΄ εκδ. σελ. 195-200

Ο Θεός, όντας φως στο οποίο «σκοτία οὐκ ἔστιν οὐδεμία», εμφανίζεται πάντοτε στο φως και ως φως.

Το άκτιστο φως είναι ως προς την φύση του θεία ενέργεια, κάτι τελείως διαφορετικό από το φυσικό φως. Κατά τη θέα του επικρατεί προπαντός η αίσθηση του ζωντανού Θεού, που απορροφά ολόκληρο τον άνθρωπο· άϋλη αίσθηση του ’ϋλου· αίσθηση νοερή και όχι λογική· αίσθηση μ' εξουσιαστική δύναμη που αρπάζει τον άνθρωπο σ' άλλο κόσμο, αλλά τόσο γαλήνια, που αυτός δεν αντιλαμβάνεται την στιγμή που του συνέβηκε αυτό και δεν ξέρει αν ο ίδιος βρίσκεται στο σώμα ή εκτός του σώματος. Αποκτά τότε συνείδηση του εαυτού του τόσο ενεργητική και βαθειά , όσο ποτέ άλλοτε στην συνηθισμένη ζωή, και συγχρόνως λησμονεί τον εαυτό του και τον κόσμο, πλημμυρισμένος από τη γλύκα της αγάπης του Θεού. Βλέπει με το πνεύμα τον Αόρατο, Τον αναπνέει, βρίσκεται όλος κοντά Του.

Μ' αυτήν την υπέρλογη αίσθηση του ζωντανού Θεού που ξεχειλίζει τα πάντα συνενώνεται θέα φωτός, αλλά φωτός διαφορετικού στη φύση του από το φυσικό φως. Ο ίδιος ο άνθρωπος μένει τότε στο φως κι εξομειώνεται με το φως που βλέπει, πνευματοποιείται απ' αυτό και δεν βλέπει και δεν αισθάνεται ούτε την δική του υλικότητα ούτε την υλικότητα του κόσμου.

Η όραση έρχεται με ακατάληπτο τρόπο. Σε ώρα που δεν προσμένεται· δεν έρχεται ούτε απ' έξω ούτε από μέσα, αλλ' αγκαλιάζει με ανέκφραστο τρόπο το πνεύμα του ανθρώπου, εισάγοντάς τον στον κόσμο του θείου φωτός. Και δεν μπορεί να πη αν βρέθηκε σ' έκσταση, δηλαδή αν η ψυχή του ήταν έξω από το σώμα, γιατί δεν αντιλαμβάνεται ούτε την επιστροφή στο σώμα. Δεν υπάρχει, λοιπόν, τίποτε το παθολογικό σ' αυτό το φαινόμενο.

Ο Θεός ενεργεί, ο άνθρωπος δέχεται. Και τότε δεν ξέρει ούτε διάστημα ούτε χρόνο ούτε γέννηση ούτε θάνατο ούτε φύλλο ούτε ηλικία ούτε κοινωνική ή ιεραρχική θέση ούτε άλλες συνθήκες και σχέσεις του κόσμου τούτου. Ήλθε ο Κύριος, η άναρχη Ζωή και το Φως της ζωής να επισκεφθή με έλεος τη μετανοούσα ψυχή.

Το Θείο Φως θεωρείται άσχετα από συνθήκες, και στο σκοτάδι της νύχτας και στο φως της ημέρας. Η ευδοκία του Θεού κατεβαίνει μερικές φορές με τέτοιο τρόπο, ώστε να διατηρήται η αντίληψη και του σώματος και του γύρω κόσμου. Τότε ο άνθρωπος μπορεί να μένη με τα μάτια ανοιχτά και να βλέπη ταυτόχρονα δύο φώτα, και το φυσικό φως και το Θείο φως. Αυτήν την όραση οι ’γιοι Πατέρες την ονομάζουν όραση με τους φυσικούς οφθαλμούς. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η πράξη της οράσεως του Θείου φωτός είναι ανάλογη σ' όλα με τη συνήθη ψυχοφυσιολογική πορεία της φυσικής οράσεως. Δεν σημαίνει δηλαδή πως το Θείο φως είναι όμοιο με το φυσικό, το οποίο- ανεξάρτητα από το ποια επιστημονική θεωρία για το φως δεχόμαστε- προκαλεί τη γνωστή διέγερση του οπτικού νεύρου και στη συνέχεια περνά στην ψυχολογική διαδικασία της οράσεως. Το Θείο φως είναι διαφορετικό στη φύση του, είναι φως νοερό, φως πνευματικό, φως αγάπης, φως ζωής.

Εικόνα του Θείου φωτός στο φυσικό κόσμο είναι το φυσικό φως. Η θέα των γύρω μας αντικειμένων είναι δυνατή, μόνον όταν υπάρχη φως, κι αν το φως είναι αμυδρό, το μάτι μόλις που διακρίνει τα αντικείμενα· αν είναι αφθονότερο, βλέπει καθαρότερα· τέλος η όραση φτάνει στην πληρότητά της στο πλήρες ηλιακό φως. Παρομοίως και στον πνευματικό κόσμο κάθε αληθινή όραση είναι δυνατή μόνο στο Θείο φως, κι όχι αλλιώς. Αυτό το φως παρέχεται στον άνθρωπο σε διαφορετικό μέτρο. Κι η πίστη είναι φως, αλλ' ανεπαρκές. Κι η ελπίδα είναι φως, αλλ' ακόμη ατελές. Κι η αγάπη είναι φως, αλλά τέλειο πια.

Το άκτιστο φως φωτίζει, σαν τον ήλιο, τον πνευματικό κόσμο κι αποκαλύπτει στον άνθρωπο τις πνευματικές οδούς, που είναι αθέατες μ' άλλον τρόπο. Χωρίς αυτό το φως δεν μπορεί ο άνθρωπος ούτε να εννοήση ούτε πολύ περισσότερο να εκπληρώση τις εντολές του Χριστού, γιατί μένει στο σκοτάδι. Το άκτιστο φως φέρει μέσα του την αιώνια ζωή και την πνοή της Θείας αγάπης. Μάλλον το ίδιο είναι η αιώνια ζωή και η Θεία αγάπη.

Όποιος δεν είδε με δύναμη και πληροφορία το άκτιστο φως, αυτός δεν γεύτηκε ακόμη την αληθινή θεωρία. Κι όποιος, πριν από την όραση του άκτιστου φωτός, απλώνεται μ' αυθάδεια «με το νου του» στη θεωρία των μυστηρίων του πνεύματος, αυτός όχι μόνο δεν πετυχαίνει τον σκοπό του, αλλά φράζει και τον δρόμο ακόμα προς αυτά μπροστά του. Θα δη μόνο τα προσωπεία της αλήθειας, που τα φαντάζεται ο ίδιος ή του προσφέρουν απατηλές δαιμονικές δυνάμεις.

Η πραγματική θεωρία έρχεται άνωθεν, με ηρεμία. Η υπαρξιακή θεωρία δεν είναι σαν την αφηρημένη, τη διανοητική. Είναι ποιοτικά διαφορετική, είναι το φως της ζωής που δίνεται από την ευδοκία του Θεού κι η οργανική οδός προς αυτό είναι όχι η διανόηση, αλλ' η μετάνοια.

Το Θείο φως είναι η αιώνια ζωή, η βασιλεία του Θεού, η άκτιστη ενέργεια της Θεότητας. Δεν περιλαμβάνεται φυσικώς μέσα στον άνθρωπο, γιατί είναι άλλης φύσης από τη δική μας κτιστή φύση· γι' αυτό δεν μπορεί να ξετυλιχτεί μέσα μας μ' οποιαδήποτε ασκητικά μέσα, αλλ' έρχεται αποκλειστικά σαν δώρο του Ενός Αγαθού.

Ρωτήσαμε τον Γέροντα: με ποιο τρόπο μπορεί να το αντιληφθή αυτό ο άνθρωπος με την πείρα του; Ο μακαριστός Γέροντας εβεβαίωνε πως όταν ο Θεός εμφανίζεται σε μέγα φως, τότε ο άνθρωπος δεν αμφιβάλλει καθόλου ότι αυτός που φανερώθηκε είναι ο Κύριος, ο Δημιουργός, ο Παντοκράτορας. Όποιος όμως αξιώθηκε να έχη αμυδρή ακόμη θεωρία του φωτός, δεν μπορεί ν' αντιληφθή σαφώς πως το φως που θεωρεί είναι διαφορετικό στην υφή του από την ψυχή του· έτσι γι' αυτόν η οδός για βεβαιότερη επίγνωση, μπορεί να είναι η πλήρης εμπιστοσύνη στην πείρα των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας που αξιώθηκαν αυτή την θεωρία ή η περαιτέρω επανάληψη των επισκέψεων και των άρσεων της χάρης, που θα τον διδάξουν να διακρίνη την άκτιστη θεία ενέργεια από τη φυσική ενέργεια του ανθρώπου.

Όταν η προσευχή του ανθρώπου περνά για πρώτη φορά στην όραση του Θείου φωτός, τότε το θεώμενο και βιούμενο είναι τόσο νέο και καταπληκτικό γι' αυτόν, που δεν μπορεί να εννοήση τίποτε. Αισθάνεται πως πλάτυναν ανείπωτα τα όρια της υπάρξεώς του, πως το φως που φανερώθηκε τον πέρασε από τον θάνατο στη ζωή, αλλ' από το μεγαλείο του συμβάντος μένει σ' απορία και έκπληξη, και μόνο μετά από επανειλημμένες επισκέψεις εννοεί το δώρο που του χορήγησε ο Θεός.

Η ψυχή κατά την όραση και μετά απ' αυτήν είναι γεμάτη από βαθειά ειρήνη και από την γλυκύτητα της αγάπης του Θεού. Εξαφανίζεται απ' αυτήν κάθε επιθυμία δόξας, πλούτου, οποιασδήποτε γήϊνης ευτυχίας, ακόμη κι αυτής της ίδιας της ζωής. Όλα αυτά θεωρούνται «σκύβαλα» και η επιθυμία της την σύρει προς το ζωντανό άπειρο, το Χριστό, στον οποίο δεν υπάρχει ούτε αρχή ούτε τέλος ούτε σκοτάδι ούτε θάνατος.

Από τους δύο αυτούς τρόπους θεωρίας του Θείου φωτός που περιγράψαμε, ο Γέροντας προτιμούσε εκείνον κατά τον οποίον «ο κόσμος λησμονείται παντελώς», όταν δηλαδή την ώρα της προσευχής το πνεύμα του ανθρώπου βγαίνη έξω από τις εικόνες του κόσμου και εισέρχεται στη σφαίρα του ατελείωτου φωτός, γιατί μια τέτοια όραση παρέχει μεγαλύτερη γνώση για τα μυστήρια του «μέλλοντος αιώνος». Στην κατάσταση αυτής της οράσεως η ψυχή αισθάνεται ενεργώς την κοινωνία στη Θεία ζωή και δοκιμάζει υπαρξιακώς μια τέτοια έλευση του Θεού, για την οποία είναι αδύνατο να μιλήση η ανθρώπινη γλώσσα. Όταν η όραση αυτή τελειώση, για λόγους άγνωστους στον άνθρωπο κι ανεξάρτητα από την θέλησή του, όπως κι άρχισε ανεξάρτητα, τότε επιστρέφει σιγά-σιγά η ψυχή στην αντίληψη του γύρω κόσμου και στην γλυκειά χαρά της αγάπης του Θεού προστίθεται μια λεπτή λύπη, γιατί θα βλέπη και πάλι το φως του φυσικού τούτου ήλιου.

Ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού. Αλλ' ερωτάται: τι είναι σ' αυτόν η εικόνα του Θεού; Ή αλλιώς: σε τι έγκειται αυτή η εικόνα; Στο σώμα; Στην ψυχική ή στην ψυχοφυσική σύσταση του ανθρώπου; Στο τριαδικό των ψυχικών του δυνάμεων και εκδηλώσεων;... Η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα είναι εξαιρετικά πολύπλοκη. Μερικές διαθλάσεις και ανταύγειες της εικόνας του Θεού δεν αποκλείονται σ' όλα όσα απαριθμήσαμε, αλλά το πιο ουσιαστικό είναι η μορφή της υπάρξεως. Το κτιστό ον κοινωνεί κατά τη δωρεά της ευδοκίας με την άκτιστη άναρχη Ύπαρξη...Πώς είναι δυνατόν αυτό; Είναι τόσο ανεξήγητο όσο ακατάληπτο και ανεξιχνίαστο είναι το μυστήριο της δημιουργίας του κόσμου « εκ του μηδενός». Κι όμως είναι τέτοια η ευδοκία του ουράνιου πατέρα, ώστε ο κτισθείς «κατ' εἰκόνα καί καθ' ὁμοίωση » είναι προικισμένος με την ικανότητα να δεχθή την θέωση , να γίνη κοινωνός δηλαδή της θείας ζωής, να λάβη το θείο τρόπο υπάρξεως, να γίνη Θεός κατά χάρη.

Τη θέωση ο άνθρωπος την επιδέχεται, δηλαδή ο Θεός είναι η ενεργούσα αρχή στην πράξη της θεώσεως κι ο άνθρωπος η προσλαμβάνουσα. Η πρόσληψη όμως αυτή δεν είναι καθαρά παθητική και η πράξη της θεώσεως δεν μπορεί να τελεσθή αλλιώς παρά με τη συμφωνία και την συνεργασία του ίδιου του ανθρώπου. Στην αντίθετη περίπτωση χάνεται και η ίδια η δυνατότητα της θεώσεως. Σ' αυτό έγκειται η ουσιώδης διαφορά της αρχικής πράξεως της δημιουργίας από το ακόλουθο στάδιό της. Της θεώσεως της λογικής κτίσεως.

Αν είναι απερινόητο το μέγα μυστήριο της δημιουργίας του κόσμου γενικώς, το μυστήριο της δημιουργίας αιωνίων θεών είναι ακόμη περισσότερο απείρως πιο μεγαλειώδες. Αν όλη η ζωή γύρω μας είναι θαύμα που μας καταπλήσσει με το μεγαλείο του, η συνείδηση του Θείου θαύματος, μέσα στον άνθρωπο που εισέρχεται στον κόσμο του Ακτίστου φωτός, αποκτά ασύγκριτα μεγαλύτερη δύναμη και βάθος.

Για κάθε άνθρωπο που θ' αναλογισθή το γεγονός της υπάρξεώς του, αυτό θα είναι αντικείμενο μεγάλου θαυμασμού. Έτυχε να συναντήσωμε ανθρώπους που μπαίνοντας στη νοερή σφαίρα, που προσιδιάζει φυσικά στον άνθρωπο, εκπλήσσονταν από το φωτόμορφο κάλλος της. Όταν όμως ο άνθρωπος με τη Θεία ενέργεια εισάγεται στον κόσμο του ακτίστου φωτός, τότε το « θάμβος Θεού» φτάνει να γίνη τελείως ανέκφραστο και δεν βρίσκει πια λόγια ούτε τρόπους ούτε στεναγμούς ευγνωμοσύνης.