Home » Αρχαία Ελλάδα

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ



Από την Αρχαιότητα ο άνθρωπος πίστευε στη μαγική δύναμη ορισμένων λέξεων, στην ικανότητά τους, αν προφερθούν σωστά, με έναν ορισμένο τρόπο, να παράγουν ορισμένα απτά, αντικειμενικά αποτελέσματα, για καλό ή για κακό. Ο Φιλόστρατος αναφέρει ότι στην εποχή του οι βραχμάνοι μπορούσαν να κάνουν τις πιο εκπληκτικές θεραπείες με την απλή χρήση ορισμένων μαγικών λέξεων. Αναφέρονται, επίσης, αρχαίοι Πέρσες ιερείς που μπορούσαν να θεραπεύσουν στη στιγμή ένα θανατηφόρο δάγκωμα φιδιού με τη βοήθεια ενός κατάλληλου λεκτικού τύπου. Υπάρχουν λέξεις που μπορούν να βασκάνουν, να αρρωστήσουν ή να γητεύσουν και άλλες που μπορούν να «λύσουν τα μάγια» και να θεραπεύσουν. Υπάρχουν ειδικές λέξεις δύναμης στις οποίες υπακούουν ακόμα και τα στοιχεία της Φύσης: λέξεις που μπορούν να ξεσηκώσουν θύελλα ή καταιγίδα ή που μπορούν να τα γαληνεύσουν. Υπάρχουν λέξεις που καλούν τα αόρατα πνεύματα σε εκδήλωση και λέξεις που τα δεσμεύουν και τα ωθούν σε συγκεκριμένες πράξεις ή λέξεις που τα εξορκίζουν και τα εκβάλλουν από τους δαιμονισμένους. 

Δεν αρκεί η σκέψη από μόνη της - όμως ούτε και η αφηρημένη θέληση- για την επίτευξη του επιθυμητού. Η σκέψη πρέπει να προφερθεί με λόγο, για να «σαρκωθεί», να καρποφορήσει, να τελεσφορήσει. Τελικά, η ίδια η Δημιουργία του κόσμου στις αρχαίες θεογονίες ήταν το αποτέλεσμα της εκφοράς ορισμένων μαγικών λεκτικών τύπων από τους δημιουργικούς θεούς ή «Λόγους». Για Παράδειγμα, στην αιγυπτιακή μυθολογία ο θεός Θωθ ήταν ο κατεξοχήν «κύριος των θείων λέξεων», ο γνώστης του Θείου Λόγου, «η γλώσσα και η καρδιά του θεού Ρα.. Σε κάθε μύθο στον οποίο παίζει σημαντικό ρόλο, ο Θωθ είναι αυτός που λέει τις λέξεις με τις οποίες πραγματοποιούνται οι επιθυμίες του Ρα. Ο ίδιος πρόφερε τις λέξεις που δημιούργησαν τον ουρανό και τη Γη και είπε στην Ίσιδα τις λέξεις που τη βοήθησαν να αναστήσει το σώμα του νεκρού Όσιρη, αλλά και το γιο της Ώρο, όταν τον είχε δαγκώσει ένας σκορπιός.

Το μεγαλύτερο μέρος της αρχαίας αιγυπτιακής θρησκείας βασιζόταν στη μυστική γνώση κατάλληλων λεκτικών τύπων και ονομάτων δύναμης, ο κάτοχος των οποίων μπορούσε να πραγματοποιήσει ό,τι επιθυμούσε και να είναι κυρίαρχος τόσο σε αυτόν όσο και στον άλλον κόσμο. Ο Θωθ μπορούσε να διδάξει όχι μόνο τις λέξεις δύναμης αλλά και τον τρόπο προφοράς τους, κάτι που επιθυμούσαν ιδιαίτερα οι Αιγύπτιοι, γιατί μόνο μέσω αυτών των λέξεων μπορούσαν να βρουν το δρόμο τους στον Κάτω Κόσμο.

Η Ίσις από τη μεριά της ήταν μεγάλη γνώστρια των λέξεων δύναμης. Σύμφωνα με το μύθο, ήταν μια απλή γυναίκα της Γης, η οποία, όμως, «αποστράφηκε τα εκατομμύρια των ανθρώπων και διάλεξε τα εκατομμύρια των θεών, αλλά εκτίμησε περισσότερο τα εκατομμύρια των πνευμάτων». 'Ηθελε να γίνει Κυρία της Γης και μετά, ισχυρή θεά μέσω της γνώσης του ονόματος του θεού Ρα, γι' αυτό ανάγκασε με τη μαγεία της τον παντοδύναμο θεό να της αποκαλύψει το πιο άφατο και απόκρυφο όνομά του, αυτό που κανένας θεός -ούτε ακόμα και αυτά τα ίδια τα παιδιά του - δεν γνώριζε...

Από εδώ προέρχεται η παράδοση για το άφατο, άρρητο όνομα του Θεού, μέσω του οποίου μπορούσαν κάποτε οι μύστες να παράγουν εκπληκτικά αποτελέσματα. Για τη γνώση αυτού του άρρητου ονόματος έχει κατηγορηθεί από μερικούς ο Ιησούς, ότι δηλαδή μέσω της δύναμης του ονόματος του Θεού επιτέλεσε τα θαύματά του και το οποίο υποτίθεται δεν του δόθηκε μέσα από μύηση, αλλά το έκλεψε από το άδυτο των μυστηρίων...

Αυτό είναι το «απωλεσθέν όνομα της θεότητας» , για το οποίο μιλούν οι Τέκτονες και το οποίο έχουν θέσει βασικό τους στόχο να ξαναβρούν. Είναι, επίσης, το ιερό και φοβερό Τετραγράμματον που επικαλείται με τρεμάμενα χείλη και κατεβασμένα τα μάτια μέσα στο Άγιο των Αγίων ο αρχαίος Ραβίνος, αλλά και η ιερή Τετρακτύς των Πυθαγόρειων ή ακόμη τα επτά ιερά φωνήεντα με το μυστικό τρόπο συνεκφώνησής τους, των οποίων παραφράσεις και βαρβαρισμοί έχουν φθάσει μέχρι τις μέρες μας.

ΤΟ ΙΕΡΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ 

Η δύναμη του λόγου είναι δεδομένη, το ίδιο και των γραμμάτων και του ρυθμού. Ο σωστός συνδυασμός και των τριών δημιουργεί ένα όνομα δύναμης, η κατάλληλη εκφορά του οποίου μπορεί να επιφέρει συγκεκριμένα υλικά αποτελέσματα. Αυτή είναι η Μαντρίκα Σάκτι των Ινδουιστών, η δύναμη των μάντρα, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται η δύναμη του άφατου ονόματος. Οι λέξεις δύναμης δεν ήταν παρά οι λεκτικές, δυναμικές αντιπροσωπεύσεις των ιδεών, του μυστικού Λόγου με βάση το ρυθμό και τις συλλαβές του ιερού μέτρου. Ο μετρικός λόγος παράγεται από τον αριθμό των συλλαβών από τις οποίες αποτελείται η λέξη, ενώ στο Πυθαγόρειο Σύστημα όλα τα πράγματα αντιστοιχούν σε μια ορισμένη αριθμητική αναλογία.

Οι ιερές, μαγικές λέξεις δεν είναι παρά εκφραστικά σύμβολα των πραγμάτων του αόρατου κόσμου, αρκετά ανάλογες με τις Πλατωνικές ιδέες.

Πρέπει να τονιστεί ότι οι αρχαίοι θεοί δεν ήταν «είδωλα», όπως έχουν κατηγορηθεί επανειλημμένα από τους Χριστιανούς, αλλά απλοί ανθρωπομορφισμοί, αντιπροσωπεύσεις πραγματικών αόρατων δυνάμεων της Φύσης (ή νοουμένων). Ο θεός, στην πραγματικότητα, δεν ήταν για τον μυημένο τίποτε άλλο παρά μια μορφή, ένα μέσον, ένας φορέας που ο ίδιος δομούσε συνειδητά και μέσω του οποίου μπορούσε να εκδηλωθεί, τελικά, μια συγκεκριμένη απόκρυφη δύναμη στο υλικό επίπεδο, για να επιφέρει συγκεκριμένα και αντικειμενικά αποτελέσματα. Η επίκληση του ονόματός του δεν ήταν παρά η επίκληση της απόκρυφης δύναμης που αυτός αντιπροσωπεύει.

Συνοψίζοντας, αυτό που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι η δύναμη ενός ονόματος βρίσκεται στην απόκρυφη Ιδέα που αυτό αντιπροσωπεύει, η οποία εκφράζεται μορφικά με έναν ορισμένο τύπο γραμμάτων και συλλαβών που εμπεριέχουν ορισμένη αριθμητική αξία και μέτρο. Ο σωστός, στη συνέχεια, (ρυθμικός) τρόπος επίκλησης αυτού του ονόματος εκδηλώνει υλικά την απόκρυφη δύναμη που αυτό αντιπροσωπεύει.

Για τη δόμηση, λοιπόν ενός ονόματος δύναμης χρειάζεται να είμαστε γνώστες ενός ιερού αλφάβητου (εδώ του ελληνικού) με τις αντίστοιχες αριθμητικές αξίες των γραμμάτων του και των Ιδεών που αυτό αντιπροσωπεύει.

Επίσης, πρέπει να είμαστε γνώστες των ιερών μέτρων για τη δόμηση των αντίστοιχων συλλαβών αυτού του ονόματος. Η τελική αριθμητική αξία του ονόματος προκύπτει από τη λεγόμενη αριθμοσοφική πρόσθεση, την πρόσθεση δηλαδή της αριθμητικής αξίας όλων των γραμμάτων που το αποτελούν και της αναγωγής έτσι του ονόματος σε έναν τελικό αριθμό. Ονόματα ή λέξεις με ίδιες συνολικές αριθμητικές αξίες θεωρούνται ισοδύναμες. Ακόμα, μπορούν να προστεθούν «θεοσοφικά» όλα τα ψηφία του τελικού αριθμού, για να αναχθούν σε έναν από τους πρωταρχικούς αριθμούς 1-10. Κάθε αριθμός έχει συγκεκριμένο ιδεολογικό περιεχόμενο και ταυτίζεται έτσι με μια Ιδέα ή δύναμη, όπως και τα γράμματα από μόνα τους.

Στη μερική, εκ των πραγμάτων, παρουσίαση του θέματός μας δεν θα μιλήσουμε για την ιερή μετρική και το ρυθμό ή τον τρόπο δόνησης των ιερών ονομάτων ή λέξεων δύναμης, παρά μόνο για το αριθμητικό τους περιεχόμενο και την αντιστοιχία, παραθέτοντας τις αριθμητικές αξίες των γραμμάτων.

Η αριθμητική αξία των γραμμάτων του ελληνικού αλφάβητου έχει ως εξής: 

Α=1, Β=2, Γ=3, Δ=4, Ε=5, Ζ=7, Η=8, Θ=9, 1=10, Κ=20, Λ=30, Μ=40, Ν=50, Ξ=60, 0=70, Π=80, Ρ=100, Σ=200, Τ=300, Υ=400, Φ=500, Χ=600, Ψ=700, Ω=800.

Στα παραπάνω δεν αναγράφουμε το «επίσημον» που αντιστοιχεί στο 6, το «κόππα» που αντιστοιχεί στο 90 και το «σαμπί» που αντιστοιχεί στο 900.

Με βάση την αντιστοιχία αυτή των γραμμάτων και των αριθμών μπορούμε να προσδιορίσουμε την αριθμητική αξία μιας οποιασδήποτε ελληνικής λέξης, όπως π .χ. στη λέξη αγνός = 1 +3+50+70+200 = 324, αριθμός που αναγόμενος αριθμοσοφικά δίνει τον αριθμό 3+2+4 = 9. Μια άλλη λέξη ή όνομα που θα αναγόταν αριθμοσοφικά πάλι στον αριθμό 9 υποτίθεται ότι έχει κάποια σχέση ή αναλογία με τη λέξη αγνός. Αυτό είναι το αριθμοσοφικό σύστημα.

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΩΝ ΘΕΩΝ 

Σύμφωνα με το Γερμανό φιλόλογο και γλωσσολόγο Georg Curtius (1820-1885), η λέξη Όλυμπος προέρχεται από τη ρίζα -λαμπ και ερμηνεύεται ως ο ολολαμπής, ολόλαμπρος ή ολόλευκος (θεωρεί το υ αιολικό). Έτσι, οι ολύμπιοι θεοί είναι οι λαμπεροί, λάμποντες θεοί. Την ετυμολογική ρίζα της ύπατης αρχής και διάνοιας του κόσμου, Ζευς-Διός, με παραλλαγές ίσως του πρώτου γράμματος, μπορούμε να τη βρούμε σε όλους βασικά τους ύψιστους θεούς της Αρχαιότητας. Μερικοί ετυμολογούν το όνομά του σε σχέση με τη ζωή και το ερμηνεύουν σαν ο «Ζωοδότης». Άλλοι το συνδέουν με το ρήμα ζεύγνυμι και την αποκατάσταση από αυτόν της ουράνιας τάξης και αρμονίας, μετά την επανάσταση εναντίον του πατέρα του Κρόνου.

Το όνομά του θεωρείται ένα από τα κατεξοχήν ονόματα δύναμης και η σωστή προφορά του με κραδασμό, έμπνευση και συναίσθημα, μπορεί να επιφέρει συγκεκριμένα θαυμαστά αποτελέσματα. Η αριθμητική αξία του ονόματός του είναι 612 ή με αριθμοσοφική αναγωγή ο αριθμός 9. Ο Θ. Μανιάς έχει παρατηρήσει ότι 612 : 2 == 306, όπου 306 είναι η αριθμητική αξία της λέξης Γαλαξίας και υποστηρίζει με αυτό ότι ο Δίας είναι διπλάσιος του Γαλαξία κ.ο.κ. Στις άλλες πτώσεις το όνομά του δίνει τις εξής αριθμητικές αξίες: Διός = 284, Διί = 24, Δία = 15 και Ζευ = 412. Το 284 είναι επίσης η αριθμητική αξία των λέξεων Θεός, άγιος, αγαθός κτ λ.

Η άνασσα Ήρα θεωρείται ετυμολογικά ότι παράγεται με αναγραμματισμό της λέξης αήρ (κατ' άλλους από τη λέξη ερατή ή Έρα = Γη). Είναι η θεά του στοιχείου της Γης, χωρίς να είναι όμως η ίδια η Γη σαν σώμα (που είναι η Ρέα-Γαία) ή σαν δύναμη (που είναι η Δήμητρα). Είναι επίσης η θεά του Αέρα, της ατμόσφαιρας και, γενικά, ένα διάμεσο ανάμεσα στον ουράνιο κόσμο και στα γήινα πράγματα.

Μυστικιστικά αντιπροσωπεύει την ψυχή και την εκδήλωση της ζωής πάνω τη Γη. Η αριθμητική της αξία είναι 109 ή αριθμοσοφικά 10 ή ακόμα 1. Μαζί με τον Δία δίνουν το συνολικό αριθμό 721 ή αριθμοσοφικά το 10 ή το 1.

Ο σεισίχθων Ποσειδώνας παράγεται από το πότος ή πόντος ή ποταμός και είναι συνεπώς «ο θεός του υγρού στοιχείου». Κατά άλλους, το όνομά του παράγεται από το πόσις και δούναι ή ακόμα από το είδη ποιών. Αντιπροσωπεύει τη δύναμη του υγρού στοιχείου, τη ρευστότητα, την αέναη κίνηση του εκδηλωμένου κόσμου καθώς και τον κόσμο των ανθρώπινων συναισθημάτων. Η αριθμητική αξία του ονόματός του είναι 1.219 και αριθμοσοφικά είναι το 13 ή το 4.

Η γλαυκώπις Αθηνά είναι η θεά της σοφίας, της υγείας, αλλά και της κεραμικής και των άλλων οικιακών τεχνών. Είναι μια πολεμική θεά - με γνώμονα όμως το δίκιο και τη φρόνηση- και συγχρόνως φιλειρηνική (ειρηνοφόρος).

Ετυμολογείται από τη ρίζα -αιθ, από την οποία παράγεται και η λέξη αιθήρ ή από το ρήμα αθρέω-ώ (βλέπω) ή ακόμα από το στερητικό α- και το θήνη (δηλαδή η αθήλαστη). Νεώτεροι, όμως, γλωσσολόγοι θεωρούν ότι το όνομά της έχει πελασγική προέλευση και ότι σήμαινε τη θεά της κεραμικής. Όπως παρατηρεί ο Βλάσης Ρασσιάς, η επίκλησή της «εξασφαλίζει αδιαπέραστη άμυνα κατά των ψυχικών επιθέσεων και την επιστροφή τους εις το πολλαπλάσιο πίσω στην πηγή τους». Η αριθμητική της αξία ως Αθήνη είναι ο αριθμός 76 και ως Αθηνά ο αριθμός 69. Οι λέξεις Γλαυκώπις Αθήνη έχουν αριθμητική αξία 1.620, ενώ Η θεά Αθηνά = 84 =7 Χ 12.

Η Κύπρια Αφροδίτη που γεννήθηκε από τον αφρό των κυμάτων, όπως μαρτυρεί και το όνομά της, είναι η θεά του έρωτα, της γονιμότητας, της βλάστησης, της άνθισης και της ομορφιάς. Διακρίνονται φιλοσοφικά δύο όψεις της: Η αρχαιότερη ουράνια Αφροδίτη, η θεά του νόμιμου έρωτα και του συζυγικού δεσμού και η Πάνδημη Αφροδίτη, η θεά των ελεύθερων και των αγοραίων ερώτων και η προστάτιδα των πόρνων. Παρουσιάζει και μια χθόνια πλευρά ως προστάτιδα των ψυχών των νεκρών. Η αριθμητική της αξία είναι 993 και αριθμοσοφικά ισούται με το 22 ή το 4.

Ο Απόλλωνας είναι ο μεγάλος διαφωτιστής θεός της θεραπευτικής, της μαντικής, της δημιουργικής έμπνευσης και της μουσικής. Είναι, επίσης, προστάτης της νεότητας, της υγείας και θεός αλεξίκακος ή ακόμα πολεμικός. Το όνομά του ετυμολογείται από το στερητικό α- και το πολλών, δηλαδή «ο όχι για τους πολλούς». Η αριθμητική του αξία είναι 1.061 . Ο Θ. Μανιάς παρατηρεί ότι, αν προσθέσουμε όλες τις πτώσεις της λέξης ανήρ, βρίσκουμε πάλι 1.061. Αλλά και Ιάσων = 1.061, ίσως γιατί ήταν πολύ ωραίος σαν τον Απόλλωνα...

Η θεά Άρτεμις ετυμολογείται. από το επίθετο αρτεμής (=άρτιος, σώος και αβλαβής), ίσως από το αήρ + τέμνω. Είναι η θεά της άγριας φύσης, της παρθενίας και του κυνηγιού. Όπως αναφέρει ο Βλάσης Ρασσιάς, «σε αυτήν ανήκουν, ως χθόνια και παμβασίλεια θεά, όλα τα ψυχικά κέντρα του πλανήτη Γη και αυτή αντιπροσωπεύει το πνεύμα του θεραπευτικού Σαμανισμού της μητριαρχικής εποχής με έμφαση στις ψυχικές θεραπείες». Είναι η κατεξοχήν προστάτιδα των γυναικών. Η αριθμητική της αξία είναι 656 ή θεοσοφικά 17 ή 8. Ο Θ. Μανιάς παρατηρεί ότι ο λόγος Απόλλων προς Άρτεμις = 1.061 : 656 δίνει το «Χρυσό αριθμό» Φ, με τον Απόλλωνα να αντιστοιχεί στο μεγαλύτερο τμήμα της χρυσής τομής.

Ο αγγελιαφόρος των θεών Ερμής ετυμολογείται από το ρήμα είρω (αναγγέλλω), απ’ όπου ιερέας, ενώ κατά πλεονασμό του γράμματος -μ- Ερμέας και με συναίρεση Ερμής ή κατά άλλους από το έρυμα (λόγο). Είναι ο θεός της νόησης και της επικοινωνίας, αλλά και αλεξίκακος και αποτροπιαίος θεός. Του αποδίδονταν τα «ερμαία» (παντός λογής τυχαία ευρήματα), από το οποίο εξελίχθηκε και σαν «αγοραίος» και «κερδώος» θεός και προστάτης του εμπορίου. Αντιπροσωπεύει μυστικιστικά το θείο δημιουργικό Λόγο. Η αριθμητική του αξία είναι 353 ή αριθμοσοφικά 11 ή 2, που δεν ταιριάζει, όμως, σε αυτόν. Το ασυναίρετο Ερμέας έχει αριθμητική αξία 351 και αριθμοσοφική αναγωγή 9.

Ο θεός του πολέμου Άρης παράγει το όνομά του από το ρήμα αιρώ (κυριεύω, κατακτώ) η από τη λέξη αρά (βλάβη, πλήγμα). Είναι ο θεός της άγριας σύγκρουσης και βιαιότητας (ανδρόφονος, αιμοχαρής). Εκπροσωπεί το αχαλίνωτο πάθος και την άμετρη επιθετικότητα και αγριότητα, μαζί και τολμηρότητα. Η ασυγκράτητη φύση του μπορεί να μετριαστεί μόνο με την ερωτική ενέργεια ή την αγάπη της Αφροδίτης και από τη σύζευξη των δυο αυτών αντιθέτων παράγεται η Αρμονία. Η μόνη που μπορεί να τον κατανικήσει στο πεδίο της σύγκρουσης είναι η Αθηνά, η θεά της σύνεσης και της σοφίας. Η αριθμητική του αξία είναι 309 ή αριθμοσοφικά 12 ή 3.

Ο θεός Ήφαιστος ετυμολογείται κατά μερικούς από το αφή και εστία ή από το άπτω ή αϊστάω (αφιστάω, a-FIστάω= αψανίζω) ή το φάω και ίστωρ (ο μεγάλος δάσκαλος στη γνώση του φωτός) ή από το φαίστος = λάμπων με την πρόσληψη του -η-. Είναι ο θεός του στοιχείου του πυρός, η φλόγα της Δημιουργίας και ο τεχνουργός των θεών. Η αριθμητική του αξία 1.289 και αριθμοσοφικά 20 ή 2.

Η παρθένος θεά Εστία ετυμολογείται από το απαρέμφατο εστάναι (του ίστημι) η από το ρήμα εύω (ανάβω) ή ακόμα από το ουσιαστικό εσσία (ουσία). Είναι προστάτιδα των σπιτικών , αλλά και της πόλης, της οικογένειας και της ασυλίας. Το ιερό πυρ της έπρεπε να διατηρείται άσβεστο στον οίκο ή στο Πρυτανείο για να τα προστατεύει συνεχώς από κάθε κακό. Η αριθμητική αξία της είναι 516 ή 12 ή 3.

Η θεά Δήμητρα ετυμολογείται από το Δα-Μάτερ ή τη Μητέρα Γη. Δεν είναι, όμως, το σώμα της Γης που συμβολίζεται με τη θεά Ρέα, αλλά η ψυχή ή η δύναμη της Γης. Είναι επίσης η θεά της βλάστησης, της γονιμότητας και της αναπαραγωγής και με την κόρη της Περσεφόνη συμβολίζει την κυκλική εκδήλωση της ύπαρξης μέσα από τη ζωή το θάνατο και την επαναγέννηση. Η αριθμητική αξία της είναι 468 (Δημήτηρ) ή 461 (Δήμητρα).

Ο θεός Διόνυσος ετυμολογείται ως ο γιος ή ο νους του Δία. Εξωτερικά αντιπροσωπεύει το ενστικτώδες τμήμα του ανθρώπου που ξεπερνά τους συνηθισμένους κοινωνικούς περιορισμούς και εσωτερικά το θείο εκείνο σπινθήρα μέσα του που καθαγιάζει την υπόλοιπη τιτανική, ζωώδη φύση και το οποίο μπορεί να τον άγει, μέσω της μυστηριακής οδού, στη θέωση. Έχει πολλούς συμβολισμούς και αντιστοιχίες με τον Χριστό. Είναι ένας θνήσκων αλλά και ανασταινόμενος θεός, που αντιπροσωπεύει την πνευματική πορεία από το ανθρώπινο προς το θείο, αλλά και από τη μονάδα προς το πολλαπλό.

Είναι ο απελευθερωτής θεός, ο Έλληνας θεάνθρωπος. Είναι, τελικά, ο θεός που ενθρονίζεται από τον Δία σαν ο μέγιστος βασιλιάς όλων των κοσμικών θεών, σηματοδοτώντας μια νέα περίοδο για τον κόσμο. Η αριθμητική του αξία είναι 1.734 και αριθμοσοφικά 15 ή 6.

Για άλλες ενδιαφέρουσες ετυμολογικές ερμηνείες των θεϊκών αυτών ονομάτων μπορούν όσοι ενδιαφέρονται να ανατρέξουν στον Κρατύλο του Πλάτωνα. Τέλος, ας σημειώσουμε ότι υπάρχουν και άλλα εσωτερικά, απόκρυφα ονόματα των ολύμπιων θεών , γνωστά μόνο στους μυημένους. Αυτά είναι κατεξοχήν ονόματα δύναμης. Τα προηγούμενα - αν και a-priori τα θεωρήσαμε ορθά και αντικειμενικά - Είναι στην πραγματικότητα, εξωτερικά και οι αριθμητικές αξίες και οι θεοσοφικές τους αναγωγές δεν δίνουν πάντα ό, τι θα αναμέναμε από αυτά.

Το όνομα Δίας-Ζευς έχει και μια άλλη μυστική σημασία. αφού με τη μια ιδιότητα χωρίζει και με την άλλη ενώνει.

Θεουργία


ι) Τι είναι η Θεουργία;

Θεουργία είναι μια τέχνη. Μάλιστα είναι μια τέχνη ιερή.

Είναι μια τέχνη που έχει αποκαλυφθεί από τους Θεούς στην ακολουθία τους, δηλαδή στους ανθρώπους που ακολουθούσαν την Θεότητα.

Περσεφόνη - Δήμητρα

Είναι η τέχνη όπου ο Θεός ενεργεί στον Κόσμο, στο Είναι στο Παν.

Όχι μόνο ενεργεί αλλά κυρίως φανερώνει αυτήν την ενέργεια στον άνθρωπο.

Έτσι ο άνθρωπος παρατηρώντας αυτήν την ενέργεια μπορεί να την μιμηθεί, μπορεί να μάθει από αυτήν και να διδάξει και να μυήσει και άλλους ανθρώπους με μυστήρια στην άρρητη ψυχική γνώση του Θείου.

Τα μυστήρια, οι τελετές, το αρχαίο ελληνικό θέατρο, τα σύμβολα, τα συνθήματα όλα αυτά είναι δημιουργήματα του ανθρώπου που άγουν την ψυχή στο θείο, δηλαδή ψυχαγωγούν.

Έτσι ένα άψυχο σχήμα μπορεί και φέρνει σε ενθουσιασμό έναν μύστη, το δράμα του Ορέστη φέρνει σε ένθεη κατάσταση έναν θεατή, η μυρωδιά ενός θυμιάματος γαληνεύει την ψυχή, ένας μύθος φέρνει δάκρυα σε έναν ένθεο μύστη κτλ.

Η τέχνη που χρησιμοποιεί όλα αυτά τα στοιχεία για όφελος και εξέλιξη της ψυχής ονομάζεται Θεουργία, και αποτελεί μια αποκάλυψη της ενέργειας των Θεών στην ψυχή του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος που κατέχει αυτήν την γνώση και συνεργάζεται με τους Θεούς ώστε να εξελιχθεί ψυχικά ο άνθρωπος ονομάζεται Θεουργός.

Τι δεν είναι Θεουργία.

Θεουργία δεν είναι μαγεία, δεν είναι μαγγανεία, δεν έχει να κάνει με γητειές και ξόρκια, δεν διαχειρίζεται κάποια δύναμη των Θεών (πώς άλλωστε θα γινόταν αυτό, αυτό μάλιστα αποτελεί και ύβρη), ασχολείται όμως με την ασκητική και την ανάπτυξη ψυχικών ικανοτήτων του ανθρώπου.

Θεουργία είναι η τέχνη ψυχαγωγίας με την μυστηριακή έννοια. Η Θεουργία μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να μάθει τον εαυτό του, τα σφάλματα του, τα θέλω του, τις ικανότητες του, τις δυνάμεις του, την ψυχή του την ίδια, τον εαυτό του.

Με την Θεουργία κάθε μύστης κατασκευάζει τον καθρέπτη της ψυχής του.

Η τέχνη κατασκευής αυτού του καθρέπτη είναι η Θεουργία.

ιι) Με τι ασχολείται η Θεουργία

Κέρας της Αφθονίας

Σκοπός της Θεουργίας είναι η εκούσια συμμετοχή του ανθρώπου στο έργο των Θεών επί της ψυχής του μύστη.

Η Θεουργία ασχολείται με: 
Την παράδοση των αρχαίων λαών
Την μελέτη της πολιτιστικής κληρονομιάς (π.χ. Την διακόσμηση με σύμβολα ενός αμφορέα)
Μυθολογία και ερμηνεία μύθων
Σύμβολα, ερμηνεία συμβόλων και δημιουργία νέων
Την φιλοσοφία περί ψυχής (Κυρίως την Ορφικο-Πυθαγόρια, και Πλατωνική)
Τα αρχαία ελληνικά μυστήρια και μελέτη τους
Αρχαία Θεολογία
Μυστηριακή ζωή
Εργασίες Θεουργικές (π.χ. Αναγωγή στο Εν)
Δημιουργία τελετών και μυστηρίων
Προσευχές
Ασκητική
Ύμνους
Μαντεία
Εσωτερικές ερμηνείες αποκρυφιστικών θεμάτων περί ψυχής π.χ. (ερμηνεία Ελληνικού αλφάβητου)
Επίδραση ελαίων, θυμιαμάτων, χρωμάτων, συμβολικών αντιστοιχιών στο θεουργικό έργο
Την χρήση όλων των παραπάνω σε συνδυασμό για την εξέλιξη του Είναι του ανθρώπου

ιιι) Θεοί και φιλοσοφία

Θεουργία χωρίς Θεούς και θεολογία δεν υπάρχει.

Οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν δόγμα και επίσημη θρησκεία αλλά κοινά ήθη και έθιμα.

Αναγνώριζαν τους ίδιους Θεούς αλλά κάθε πόλη-κράτος είχε την δική της παράδοση και τις δικές της γιορτές.

Έτσι δεν μπορούμε να μιλήσουμε για θεολογία των αρχαίων Ελλήνων με την σημερινή έννοια.

Η αντίληψη του Θείου μπορεί να μελετηθεί σε δύο κατηγορίες. Την λαϊκή αντίληψη και την μυστηριακή αντίληψη.

Η λαϊκή αντίληψη μπορεί να μελετηθεί από τις εκδηλώσεις του λαού, μερικές από αυτές είναι είναι οι κοινοί μύθοι, οι γιορτές, η τέχνη (διακόσμηση ναών, αγγείων, γλυπτική κτλ).

Η μυστηριακή αντίληψη μπορεί να μελετηθεί πάλι από τις ίδιες εκδηλώσεις αλλά σκεπτόμενοι από την μεριά του δημιουργού του μύθου, του αγάλματος, της κατασκευής ναών, αγγείων κτλ.

Δηλαδή να ερευνηθεί το γιατί γινόταν ότι γινόταν αλλά και το πώς γινόταν το κάθε τι.

Η μυστηριακή προσέγγιση μας κάνει μελετητές της απόκρυφης θεολογίας των αρχαίων Ελλήνων.

Τα πάντα στην Ελληνική θεολογία κρύβονται από τον μανδύα του συμβόλου και του σημαινόμενου. Η αντίληψη του Θείου για να γίνει κατανοητή στον απλό κόσμο έπρεπε να παρομοιασθεί με αντικείμενα και ενέργειες της αγροτικής ζωής κατά το πλείστον.

Έτσι όλη η φύση και τα αντικείμενα της αποτελούν ένα Θεουργικό σύμβολο κατανόησης του Θείου.

Η ελιά, το στάχυ, ο βασιλικός, ο νάρκισσος, ο πλάτανος, ο κισός, ο κύκνος, το περιστέρι, ο ίππος, ο σκύλος, το φίδι, η τρίαινα, το σκήπτρο, το δρεπάνι, ο τροχός, ο ήλιος, οι νεφέλες, οι άνεμοι κτλ όλα χρησιμοποιούνται ως σύμβολα για να περιγράψουν το Θείο και τις επιδράσεις τόσο στην ύλη αλλά και αλληγορικά στην ψυχή του ανθρώπου.

Αργότερα με την ανάπτυξη των επιστημών π.χ. γεωμετρίας και των μαθηματικών έχουμε την χρήση του συμβολισμού των γεωμετρικών σχημάτων και των αριθμών για την κατανόηση του Θείου. Έτσι αναπτύσσεται η αριθμολογία αλλά και σύμβολα όπως ο σταυρός, ο κύκλος, ο μαίανδρος κτλ διακοσμούν τις αναπαραστάσεις θεμάτων της μυθολογίας πάνω σε αγγεία και στην γλυπτική.

Όλοι αυτοί οι συμβολισμοί είναι η κρυμμένη Θεολογία των αρχαίων Ελλήνων. Όλα αυτά τα σύμβολα αποτελούν αρχέτυπα που μπορούν να σκανδαλίσουν (ενεργοποιήσουν) την ψυχή των ανθρώπων που ακολουθούν την αρχαία Ελληνική παράδοση προς το Θείο.

Αργότερα κάποιες απόψεις από τα μυστήρια έρχονται στο φως μέσω της φιλοσοφίας κυρίως του Πλάτωνος και στην συνέχεια των Νεοπλατωνικών. Είναι η θεολογία μέσω της φιλοσοφίας.

Η Θεουργία μπορεί να μελετηθεί στην Ορφικο-Πυθαγόρια σειρά απόψεων και στην Πλατωνική, Νεοπλατωνική, αφού κυρίως αυτές είναι οι πηγές μας για τις απόψεις περί ψυχής που είχαν οι αρχαίοι πρόγονοι μας. Όλο αυτό το ρεύμα πολλοί με μια λέξη το ονομάζουν Πλατωνισμό.

Με τον όρο Πλατωνισμό ονομάζουμε γενικότερα το σύνολο των φιλοσοφικών και θεολογικών ιδεών που αρχίζουν από τη εποχή του Ορφέα περνάνε από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους και τους Πυθαγόρειους και καταλήγουν στους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους. 

Οι φιλόσοφοι που μας ενδιαφέρουν από τους προσωκρατικούς είναι:

Ορφέας

Φερεκύδης (6ος αιώνας)

Ηράκλειτος (544–484)

Πυθαγόρας (585-500)

Αλκμαίων (τέλος 6ου αρχές 5ου)

Παρμενίδης (510–440)

Εμπεδοκλής (492-432)

Φιλόλαος (470-390)

Αρχύτας (430-350)

Έπεται ο Πλάτων (427-347) και ο Σωκράτης (470-399) και τέλος έχουμε τους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους. 

Πλωτίνο (205-270)

Πορφύριο (233-304)

Πρόκλο (412-485)

Ιάμβλιχο (3ος μ.Χ. αι.)

Η μελέτη της λαϊκής θρησκείας όσο και της μυστηριακής θρησκείας σε συνδυασμό με την φιλοσοφία, όπως αναφέρθηκε στα παραπάνω διαμορφώνει την αντίληψη μας για την Θεουργία.

ΠΑΝΤΑ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΜΙΛΑΣ ΓΙΑ ΑΥΤΟ


Η Ελληνική Γλώσσα είναι η Αρχαιότερη στον Κόσμο 
Η Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες 41.615 λέξεις… είναι από την Ελληνική γλώσσα (βιβλίο Γκίνες).
Η Ελληνική με την μαθηματική δομή της είναι η γλώσσα της πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι μόνο σε αυτήν δεν υπάρχουν όρια. (Μπιλ Γκέιτς).
Η Ελληνική και η Κινέζικη… είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 έτη. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από την μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική. (Francisco Adrados, γλωσσολόγος).
Tο πρώτο μεγάλο πλήγμα που δέχθηκε η Ελληνική γλώσσα ήταν η μεταρρύθμιση του 1976 με την κατάργηση των αρχαίων Ελληνικών και η δια νόμου καθιέρωση της Δημοτικής και του μονοτονικού, που σήμερα κατάντησε ατονικό.

Έτερο μεγάλο πλήγμα είναι ότι η …οικογένεια, ο δάσκαλος και ο ιερέας αντικαταστάθηκαν από την τηλεόραση, που ασκεί ολέθρια επίδραση όχι μόνο στην γλώσσα, αλλά και στον χαρακτήρα και στο ήθος. (Αντώνης Κουνάδης, ακαδημαϊκός)

Το CNN σε συνεργασία με την εταιρεία υπολογιστών apple ετοίμασαν ένα εύκολο πρόγραμμα εκμάθησης ελληνικών προς τους αγγλόφωνους και ισπανόφωνους των ΗΠΑ. Το σκεπτικό αυτής της πρωτοβουλίας ήταν ότι η ελληνική εντείνει το ορθολογικό πνεύμα, ξύνει το επιχειρηματικό πνεύμα και προτρέπει τους πολίτες προς την δημιουργικότητα.

Μετρώντας τις διαφορετικές λέξεις που έχει η κάθε γλώσσα βλέπουμε ότι όλες έχουν από αρκετές χιλιάδες, άρα είναι αδύνατο να υπάρξει γραφή που να έχει τόσα γράμματα όσες και οι λέξεις μιας γλώσσας, γιατί κανένας δε θα θυμόταν τόσα πολλά σύμβολα.

Το ίδιο ισχύει και με τις διαφορετικές συλλαβές των λέξεων (π.χ. τις: α, αβ, βα, βρα, βε, ου. ) που έχει η κάθε γλώσσα.

Μετρώντας επίσης τους διαφορετικούς φθόγγους των λέξεων (τους: α, β, γ.) που έχει η κάθε γλώσσα βλέπουμε ότι αυτοί είναι σχετικά λίγοι, είναι μόλις 20, δηλαδή οι εξής: α, ε, ο, ου, ι, κ, γ, χ, τ, δ, θ, π, β, φ, μ, ν, λ, ρ, σ, ζ , όμως, αν καταγράφουμε τις λέξεις μόνο ως έχουν φθογγικά, δε διακρίνονται οι ομόηχες, π.χ.: «τίχι» = τείχη, τοίχοι, τύχη, τύχει, «καλί» = καλοί & καλή & καλεί.

Επομένως, δεν είναι δυνατό να υπάρξει γραφή που να έχει τόσα γράμματα όσοι και οι διαφορετικοί φθόγγοι των λέξεων.

Προ αυτού του προβλήματος οι άνθρωποι κατάφυγαν σε διάφορα τεχνάσματα, για να επιτύχουν την καταγραφή του προφορικού λόγου, κυριότερα των οποίων είναι το αιγυπτιακό και το ελληνικό.

Το τέχνασμα που επινόησαν οι αρχαίοι Έλληνες προκειμένου να καταφέρουν να καταγράφουν φωνητικά τις λέξεις, ήταν η χρησιμοποίηση από τη μια τόσων γραμμάτων όσοι και οι φθόγγοι των λέξεων, φωνηέντων και συμφώνων, δηλαδή των γραμμάτων: Α(α), Β(β), Γ(γ). και από την άλλη κάποιων ομόφωνων γραμμάτων, δηλαδή των: Ω(ο) & Ο(ο), Η(η) & Υ(υ) & Ι(ι) με τα οποία, βάσει κανόνων, αφενός υποδείχνεται η ετυμολογία (= το μέρος λόγου ή ο τύπος κ.τ.λ.), άρα το ακριβές νόημα των λέξεων και αφετέρου διακρίνονται οι ομόηχες λέξεις, πρβ π.χ.: τύχη & τείχη & τύχει & τοίχοι, λίπη & λείπει & λύπη.

Παράβαλε π.χ. ότι στην ελληνική γραφή έχει κανονιστεί να γράφουμε το τελευταίο φωνήεν των ρημάτων με τα γράμματα – ω, ει και των πτωτικών με τα – ο,ι,η, ώστε να διακρίνονται οι ομόηχοι τύποι: καλώ & καλό, καλεί & καλή, σύκο & σήκω, φιλί & φυλή, φιλώ & φύλο.

Παράβαλε ομοίως ότι στην ελληνική γραφή έχει κανονιστεί να γράφουμε τα κύρια ονόματα με κεφαλαίο γράμμα και τα κοινά με μικρό, για διάκριση των ομόφωνων λέξεων: νίκη & Νίκη, αγαθή & Αγαθή.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Τα Ελληνικά είναι η μόνη γλώσσα στον κόσμο που ομιλείται και γράφεται συνεχώς επί 4.000 τουλάχιστον συναπτά έτη, καθώς ο Arthur Evans διέκρινε τρεις φάσεις στην ιστορία της Μηνωικής γραφής, εκ των οποίων η πρώτη από το 2000 π.Χ. ώς το 1650 π.Χ.

Μπορεί κάποιος να διαφωνήσει και να πει ότι τα Αρχαία και τα Νέα Ελληνικά είναι διαφορετικές γλώσσες, αλλά κάτι τέτοιο φυσικά και είναι τελείως αναληθές.

Ο ίδιος ο Οδυσσέας Ελύτης είπε «Εγώ δεν ξέρω να υπάρχει παρά μία γλώσσα, η ενιαία Ελληνική γλώσσα. Το να λέει ο Έλληνας ποιητής, ακόμα και σήμερα, ο ουρανός, η θάλασσα, ο ήλιος, η σελήνη, ο άνεμος, όπως το έλεγαν η Σαπφώ και ο Αρχίλοχος, δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι πολύ σπουδαίο. Επικοινωνούμε κάθε στιγμή μιλώντας με τις ρίζες που βρίσκονται εκεί. Στα Αρχαία».

Ο μεγάλος διδάσκαλος του γένους Αδαμάντιος Κοραής είχε πει: «Όποιος χωρίς την γνώση της Αρχαίας επιχειρεί να μελετήσει και να ερμηνεύσει την Νέαν, ή απατάται ή απατά».

Παρ’ ότι πέρασαν χιλιάδες χρόνια, όλες οι Ομηρικές λέξεις έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα. Μπορεί να μην διατηρήθηκαν ατόφιες, άλλα έχουν μείνει στην γλώσσα μας μέσω των παραγώγων τους.

Μπορεί να λέμε νερό αντί για ύδωρ αλλά λέμε υδροφόρα, υδραγωγείο και αφυδάτωση. Μπορεί να μην χρησιμοποιούμε το ρήμα δέρκομαι (βλέπω) αλλά χρησιμοποιούμε την λέξη οξυδερκής. Μπορεί να μην χρησιμοποιούμε την λέξη αυδή (φωνή) αλλά παρ’ όλα αυτά λέμε άναυδος και απηύδησα.

Επίσης, σήμερα δεν λέμε λωπούς τα ρούχα, αλλά λέμε την λέξη «λωποδύτης» που σημαίνει «αυτός που βυθίζει (δύει) το χέρι του μέσα στο ρούχο σου (λωπή) για να σε κλέψει».

Η Γραμμική Β’ είναι και αυτή καθαρά Ελληνική, γνήσιος πρόγονος της Αρχαίας Ελληνικής. Άγγλος αρχιτέκτονας Μάικλ Βέντρις, αποκρυπτογράφησε βάση κάποιων ευρημάτων την γραφή αυτή και απέδειξε την Ελληνικότητά της. Μέχρι τότε φυσικά όλοι αγνοούσαν πεισματικά έστω και το ενδεχόμενο να ήταν Ελληνική…

Το γεγονός αυτό έχει τεράστια σημασία καθώς πάει τα Ελληνικά αρκετούς αιώνες ακόμα πιο πίσω στα βάθη της ιστορίας. Αυτή η γραφή σίγουρα ξενίζει, καθώς τα σύμβολα που χρησιμοποιεί είναι πολύ διαφορετικά από το σημερινό Αλφάβητο.

Παρ’ όλα αυτά, η προφορά είναι παραπλήσια, ακόμα και με τα Νέα Ελληνικά. Για παράδειγμα η λέξη «TOKOSOTA» σημαίνει «Τοξότα» (κλητική). Είναι γνωστό ότι «κ» και σ» στα Ελληνικά μας κάνει «ξ» και με μια απλή επιμεριστική ιδιότητα όπως κάνουμε και στα μαθηματικά βλέπουμε ότι η λέξη αυτή εδώ και τόσες χιλιετίες δεν άλλαξε καθόλου.

Ακόμα πιο κοντά στην Νεοελληνική, ο «άνεμος», που στην Γραμμική Β’ γράφεται «ANEMO», καθώς και «ράπτης», «έρημος» και «τέμενος» που είναι αντίστοιχα στην Γραμμική Β’ «RAPTE», «EREMO», «TEMENO», και πολλά άλλα παραδείγματα.

Υπολογίζοντας όμως έστω και με τις συμβατικές χρονολογίες, οι οποίες τοποθετούν τον Όμηρο γύρω στο 1.000 π.Χ., έχουμε το δικαίωμα να ρωτήσουμε: Πόσες χιλιετίες χρειάστηκε η γλώσσα μας από την εποχή που οι άνθρωποι των σπηλαίων του Ελληνικού χώρου την πρωτοάρθρωσαν με μονοσύλλαβους φθόγγους μέχρι να φτάσει στην εκπληκτική τελειότητα της Ομηρικής επικής διαλέκτου, με λέξεις όπως «ροδοδάκτυλος», λευκώλενος», «ωκύμορος», κτλ;

Ο Πλούταρχος στο «Περί Σωκράτους δαιμονίου» μας πληροφορεί ότι ο Αγησίλαος ανακάλυψε στην Αλίαρτο τον τάφο της Αλκμήνης, της μητέρας του Ηρακλέους, ο οποίος τάφος είχε ως αφιέρωμα «πίνακα χαλκούν έχοντα γράμματα πολλά θαυμαστά, παμπάλαια…» Φανταστείτε περί πόσο παλαιάς γραφής πρόκειται, αφού οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες την χαρακτηρίζουν «αρχαία»…

Φυσικά, δεν γίνεται ξαφνικά, «από το πουθενά» να εμφανιστεί ένας Όμηρος και να γράψει δύο λογοτεχνικά αριστουργήματα, είναι προφανές ότι από πολύ πιο πριν πρέπει να υπήρχε γλώσσα (και γραφή) υψηλού επιπέδου. Πράγματι, από την αρχαία Ελληνική Γραμματεία γνωρίζουμε ότι ο Όμηρος δεν υπήρξε ο πρώτος, αλλά ο τελευταίος και διασημότερος μιας μεγάλης σειράς επικών ποιητών, των οποίων τα ονόματα έχουν διασωθεί (Κρεώφυλος, Πρόδικος, Αρκτίνος, Αντίμαχος, Κιναίθων, Καλλίμαχος) καθώς και τα ονόματα των έργων τους (Φορωνίς, Φωκαΐς, Δαναΐς, Αιθιοπίς, Επίγονοι, Οιδιπόδεια, Θήβαις…) δεν έχουν όμως διασωθεί τα ίδια τα έργα τους.

ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΝΕΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
Η δύναμη της Ελληνικής γλώσσας βρίσκεται στην ικανότητά της να πλάθεται όχι μόνο προθεματικά ή καταληκτικά, αλλά διαφοροποιώντας σε μερικές περιπτώσεις μέχρι και την ρίζα της λέξης (π.χ. «τρέχω» και «τροχός» παρ’ ότι είναι από την ίδια οικογένεια αποκλίνουν ελαφρώς στην ρίζα).

Η Ελληνική γλώσσα είναι ειδική στο να δημιουργεί σύνθετες λέξεις με απίστευτων δυνατοτήτων χρήσεις, πολλαπλασιάζοντας το λεξιλόγιο.

Το διεθνές λεξικό Webster’s (Webster’s New International Dictionary) αναφέρει: «Η Λατινική και η Ελληνική, ιδίως η Ελληνική, αποτελούν ανεξάντλητη πηγή υλικών για την δημιουργία επιστημονικών όρων», ενώ οι Γάλλοι λεξικογράφοι Jean Bouffartigue και Anne-Marie Delrieu τονίζουν: «Η επιστήμη βρίσκει ασταμάτητα νέα αντικείμενα ή έννοιες. Πρέπει να τα ονομάσει. Ο θησαυρός των Ελληνικών ριζών βρίσκεται μπροστά της, αρκεί να αντλήσει από εκεί. Θα ήταν πολύ περίεργο να μην βρει αυτές που χρειάζεται».

Ο Γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαρριέρ, έκθαμβος μπροστά στο μεγαλείο της Ελληνικής, είχε δηλώσει σχετικώς: «Η Ελληνική γλώσσα έχει το χαρακτηριστικό να προσφέρεται θαυμάσια για την έκφραση όλων των ιεραρχιών με μια απλή εναλλαγή του πρώτου συνθετικού. Αρκεί κανείς να βάλει ένα παν – πρώτο – αρχί- υπέρ- ή μια οποιαδήποτε άλλη πρόθεση μπροστά σε ένα θέμα. Κι αν συνδυάσει κανείς μεταξύ τους αυτά τα προθέματα, παίρνει μια ατελείωτη ποικιλία διαβαθμίσεων. Τα προθέματα εγκλείονται τα μεν στα δε σαν μια σημασιολογική κλίμακα, η οποία ορθώνεται προς τον ουρανό των λέξεων».

Στην Ιλιάδα του Ομήρου η Θέτις θρηνεί για ότι θα πάθει ο υιός της σκοτώνοντας τον Έκτωρα «διό και δυσαριστοτοκείαν αυτήν ονομάζει». Η λέξη αυτή από μόνη της είναι ένα μοιρολόι, δυς + άριστος + τίκτω (=γεννώ) και σημαίνει όπως αναλύει το Ετυμολογικόν το Μέγα «που για κακό γέννησα τον άριστο».

Προ ολίγων ετών κυκλοφόρησε στην Ελβετία το λεξικό ανύπαρκτων λέξεων (Dictionnaire Des Mots Inexistants) όπου προτείνεται να αντικατασταθούν Γαλλικές περιφράσεις με μονολεκτικούς όρους από τα Ελληνικά. Π.χ. androprere, biopaleste, dysparegorete, ecogeniarche, elpidophore, glossoctonie, philomatheem tachymathie, theopempte κλπ. περίπου 2.000 λήμματα με προοπτική περαιτέρω εμπλουτισμού.

Η ΑΚΡΙΒΟΛΟΓΙΑ
Είναι προφανές ότι τουλάχιστον όσον αφορά την ακριβολογία, γλώσσες όπως τα Ελληνικά υπερτερούν σαφώς σε σχέση με γλώσσες σαν τα Αγγλικά.

Είναι λογικό άλλωστε αν κάτσει να το σκεφτεί κανείς, ότι μπορεί πολύ πιο εύκολα να καθιερωθεί μια γλώσσα διεθνής όταν είναι πιο εύκολη στην εκμάθηση, από τη άλλη όμως μια τέτοια γλώσσα εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι τόσο ποιοτική.

Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι η Αγγλική γλώσσα δεν μπορεί να είναι λακωνική όπως είναι η Ελληνική, καθώς για να μην είναι διφορούμενο το νόημα της εκάστοτε φράσης, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπλέον λέξεις. Για παράδειγμα η λέξη «drink» ως αυτοτελής φράση δεν υφίσταται στα Αγγλικά, καθώς μπορεί να σημαίνει «ποτό», «πίνω», «πιές» κτλ. Αντιθέτως στα Ελληνικά η φράση «πιες» βγάζει νόημα, χωρίς να χρειάζεται να βασιστείς στα συμφραζόμενα για να καταλάβεις το νόημά της.

Παρένθεση: Να θυμίσουμε εδώ ότι στα Αρχαία Ελληνικά εκτός από Ενικός και Πληθυντικός αριθμός, υπήρχε και Δυϊκός αριθμός. Υπάρχει στα Ελληνικά και η Δοτική πτώση εκτός από τις υπόλοιπες 4 πτώσεις ονομαστική, γενική, αιτιατική και κλιτική.

Η Δοτική χρησιμοποιείται συνεχώς στον καθημερινό μας λόγο (π.χ. Βάσει των μετρήσεων, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι…) και είναι πραγματικά άξιον λόγου το γιατί εκδιώχθηκε βίαια από την νεοελληνική γλώσσα.

Ακόμα παλαιότερα, εκτός από την εξορισμένη αλλά ζωντανή Δοτική υπήρχαν και άλλες τρεις επιπλέον πτώσεις οι οποίες όμως χάθηκαν.

Το ίδιο πρόβλημα, σε πολύ πιο έντονο φυσικά βαθμό, έχει και η Κινεζική γλώσσα. Όπως μας λέει και ο Κρητικός δημοσιογράφος Α. Κρασανάκης: «Επειδή οι απλές λέξεις είναι λίγες, έχουν αποκτήσει πάρα πολλές έννοιες, για να καλύψουν τις ανάγκες της έκφρασης, π.χ.: «σι» = γνωρίζω, είμαι, ισχύς, κόσμος, όρκος, αφήνω, θέτω, αγαπώ, βλέπω, φροντίζω, περπατώ, σπίτι κ.τ.λ., «πα» = μπαλέτο, οκτώ, κλέφτης, κλέβω… «πάϊ» = άσπρο, εκατό, εκατοστό, χάνω…»

Ίσως να υπάρχει ελαφρά διαφορά στον τονισμό, αλλά ακόμα και να υπάρχει, πώς είναι δυνατόν να καταστήσεις ένα σημαντικό κείμενο (π.χ. συμβόλαιο) ξεκάθαρο;

Η ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ
Στην Ελληνική γλώσσα ουσιαστικά δεν υπάρχουν συνώνυμα, καθώς όλες οι λέξεις έχουν λεπτές εννοιολογικές διαφορές μεταξύ τους.

Για παράδειγμα, η λέξη «λωποδύτης» χρησιμοποιείται γι’ αυτόν που βυθίζει το χέρι του στο ρούχο μας και μας κλέβει, κρυφά δηλαδή, ενώ ο «ληστής» είναι αυτός που μας κλέβει φανερά, μπροστά στα μάτια μας. Επίσης το «άγειν» και το «φέρειν» έχουν την ίδια έννοια. Όμως το πρώτο χρησιμοποιείται για έμψυχα όντα, ενώ το δεύτερο για τα άψυχα.

Στα Ελληνικά έχουμε τις λέξεις «κεράννυμι», «μίγνυμι» και «φύρω» που όλες έχουν το νόημα του «ανακατεύω». Όταν ανακατεύουμε δύο στερεά ή δύο υγρά μεταξύ τους αλλά χωρίς να συνεπάγεται νέα ένωση (π.χ. λάδι με νερό), τότε χρησιμοποιούμε την λέξη «μειγνύω» ενώ όταν ανακατεύουμε υγρό με στερεό τότε λέμε «φύρω». Εξ ού και η λέξη «αιμόφυρτος» που όλοι γνωρίζουμε αλλά δεν συνειδητοποιούμε τι σημαίνει.

Όταν οι Αρχαίοι Έλληνες πληγωνόντουσαν στην μάχη, έτρεχε τότε το αίμα και ανακατευόταν με την σκόνη και το χώμα.

Το κεράννυμι σημαίνει ανακατεύω δύο υγρά και φτιάχνω ένα νέο, όπως για παράδειγμα ο οίνος και το νερό. Εξ’ ού και ο «άκρατος» (δηλαδή καθαρός) οίνος που λέγαν οι Αρχαίοι όταν δεν ήταν ανακατεμένος (κεκραμμένος) με νερό.

Τέλος η λέξη «παντρεμένος» έχει διαφορετικό νόημα από την λέξη «νυμφευμένος», διαφορά που περιγράφουν οι ίδιες οι λέξεις για όποιον τους δώσει λίγη σημασία.

Η λέξη παντρεμένος προέρχεται από το ρήμα υπανδρεύομαι και σημαίνει τίθεμαι υπό την εξουσία του ανδρός ενώ ο άνδρας νυμφεύεται, δηλαδή παίρνει νύφη.

Γνωρίζοντας τέτοιου είδους λεπτές εννοιολογικές διαφορές, είναι πραγματικά πολύ αστεία μερικά από τα πράγματα που ακούμε στην καθημερινή – συχνά λαθεμένη – ομιλία (π.χ. «ο Χ παντρεύτηκε»).

Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από τον βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον.

ΓΛΩΣΣΑ – ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ
Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πως να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.

Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.

Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος», καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός που έχει δηλαδή κριθεί) και όχι βέβαια από το «κρυμμένος» (αυτός που έχει κρυφτεί).

Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας.

Επιπλέον η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορική πορείας της κάθε μίας λέξης.

Και αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την καθημερινή μας νεοελληνική γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών.

Είναι πραγματικά συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λές, ενώ μιλάς και εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι την σημασία της.

Είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα να διδάσκονται τα Αρχαία με τέτοιον φρικτό τρόπο στο σχολείο ώστε να σε κάνουν να αντιπαθείς κάτι το τόσο όμορφο και συναρπαστικό.

Η ΣΟΦΙΑ
Στην γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε και εμπρός να είναι έτσι. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι’ αυτόν τον λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες.

Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πει «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο».

Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις».Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γη (άρα=γή +έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι.

Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει. Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι).

Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για την σκέψη.

Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά-σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» – ελαττώνει σαν ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και τη υγεία μας.

Και φυσικά όταν θέλουμε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει πως το λέμε; Μα φυσικά «άφθονο».

Έχουμε την λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έρθει και στην ώρα του.

Ωραίο δεν είναι ένα φρούτο ούτε άγουρο ούτε σαπισμένο, και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή δεν μπορούμε να το απολαύσουμε.

Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά.

Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις την δυνατότητα να πάς όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία…

Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά).

Άρα για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και ιατρευόμαστε.

Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με την σωματική μας υγεία.

Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα», η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο…

Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που άλλο από Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε σαν λέξη, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο.

Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα.

Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με την σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις.

«Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση», έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων.

Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μιλάς σωστά σημαίνει να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.

Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ
Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «αυδή». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία, προέρχεται από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ.

Όπως γράφει και ο μεγάλος ποιητής και ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος:

«Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φώς θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε Μεταξύ τους με μουσική».

Ο γνωστός Γάλλος συγγραφεύς Ζακ Λακαρριέρ επίσης μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα: «Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα – μητέρα των εννοιών μας – μου απεκάλυπτε έναν άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή στο παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήσαν αυτοί που με είχαν αναστήσει».

Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ιάνης Ξενάκης, είχε πολλές φορές τονίσει ότι η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της συμπαντικής.

Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου.

«Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάττουν από την παραφωνία μια γλώσσα κατ’ εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία, ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες», όπως σημειώνει η φιλόλογος και συγγραφεύς Α. Τζιροπούλου-Ευσταθίου.

Είναι γνωστό εξάλλου πως όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στην Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να αποθαυμάσουν, ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ώς αηδόνες».

Δυστυχώς κάπου στην πορεία της Ελληνικής φυλής, η μουσικότητα αυτή (την οποία οι Ιταλοί κατάφεραν και κράτησαν) χάθηκε, προφανώς στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Να τονίσουμε εδώ ότι οι άνθρωποι της επαρχίας του οποίους συχνά κοροϊδεύουμε για την προφορά τους, είναι πιο κοντά στην Αρχαιοελληνική προφορά από ότι εμείς οι άνθρωποι της πόλεως.

Η Ελληνική γλώσσα επεβλήθη αβίαστα (στους Λατίνους) και χάρη στην μουσικότητά της.